PODCAST · arts
Αναγνώσεις
by LIFO PODCASTS
Λογοτεχνικά έργα σε νέες ηχογραφήσεις της LIFO και ηχητικά ντοκουμέντα που έρχονται ξανά στο φως.
-
95
Η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη διαβάζει Ευτυχισμένες μέρες του Σάμιουελ Μπέκετ
Γραμμένο σε δυο πράξεις το θεατρικό έργο παρουσιάστηκε για πρώτη φορά το 1961 και έχει χαρακτηριστεί σαν ένα από τα 40 καλύτερα έργα όλων των εποχών. Eξερευνά θέματα απομόνωσης και ανθρώπινης κατάστασης μέσα από τον κεντρικό χαρακτήρα του, με τον Μπέκετ να χρησιμοποιεί ένα αμείλικτο κουδούνι για να σηματοδοτήσει τον χρόνο, τονίζοντας τους περιορισμούς που επιβάλλονται στη Γουίνι καθώς παλεύει με την πραγματικότητά της. Κατά τη διάρκεια του έργου, η Γουίνι ταλαντεύεται μεταξύ στιγμών αισιοδοξίας και αναστοχασμών για την απελπισία, επιδεικνύοντας την ανθεκτικότητά της απέναντι στον εγκλωβισμό της. Οι «Ευτυχισμένες μέρες» αντιπροσωπεύουν μια κομβική στιγμή στην δραματική εξέλιξη του Μπέκετ και αποτελεί ένα ισχυρό σχόλιο για την ανθρώπινη εμπειρία, αναδεικνύοντας τον αγώνα για νόημα και σύνδεση σε έναν αδιάφορο κόσμο. Η Γουίνι μια «γυναίκα περίπου πενήντα ετών», περνάει το χρόνο της ακολουθώντας μια πολύ ακριβή καθημερινή ρουτίνα. Θαμμένη μέχρι τη μέση στη γη φλυαρεί στον σύζυγό της, Γουίλι, ο οποίος είναι σε μεγάλο βαθμό κρυμμένος και σιωπηλός. Στη τσάντα της σαν εργαλεία μνήμης έχει μια χτένα, μια οδοντόβουρτσα, μια οδοντόκρεμα, ένα μπουκάλι φάρμακο, κραγιόν, μια λίμα νυχιών, ένα περίστροφο και ένα μουσικό κουτί. Η ρουτίνα της μοιάζει με τελετουργία με τα αντικείμενα να συνδέονται με τις αναμνήσεις συγκεκριμένων ημερών και σημαντικών γεγονότων. «Αυτό που θα έπρεπε να χαρακτηρίζει ολόκληρη τη σκηνή, ουρανός και γη», έγραψε ο Μπέκετ, «είναι ένας αξιολύπητος, ανεπιτυχής ρεαλισμός, το είδος της άθλιας ατημέλητης φύσης που συναντάς σε ένα μιούζικαλ ή παντομίμα τρίτης κατηγορίας, αυτή η ποιότητα της πιο πομπώδους, γελοία σοβαρής κακής μίμησης». Η Γουίνι είναι η αιώνια αισιόδοξη, ωστόσο οι πηγές της αισιοδοξίας της φθείρονται και εξαντλούνται, ενώ δεν παύει μέχρι το τέλος να θυμάται τις ευτυχισμένες μέρες.
-
94
«Eίναι βαρετό ν’ ακούς για τα παιδικά χρόνια κάποιου;»
«Μόλις διάβασα το ολιγοσέλιδο (89 σελίδες) βιβλίο του Σταύρου Ζουμπουλάκη και δεν ξέρω τι να το κάνω ούτε πού να το κατατάξω. Είναι ένα αυτοβιογραφικό γραπτό; (και ναι και όχι). Είναι ένα ποιητικό δοκίμιο; (παρακινδυνευμένος όρος). Το μόνο που ξέρω είναι ότι με συγκίνησε βαθιά γιατί εκφράζει απλά στις τελευταίες σελίδες κάτι που απασχολεί όλους όσους ζούμε την ένταση της σημερινής ζωής, αλλά όταν πέφτουμε να κοιμηθούμε, στον ύπνο μας αναφαίνεται μια άλλη ζωή, η παιδική μας, απ’ την οποία τίποτα δεν επέζησε, και είναι τόσο πρωτόγονη και απομακρυσμένη πια, που μας αφήνει απορημένους το ξημέρωμα: “Εγώ που έζησα όλα αυτά τα εξαφανισμένα, ησιόδεια πράγματα, πώς ζω έτσι σήμερα σαν να ’ναι κάτι φυσικό; Είμαι ο ίδιος, o ΕΝΑΣ άνθρωπος; Ή ζω μια περίληψη του κόσμου;”. Πρώτη φορά, βλέπω να εκφράζει κάποιος αυτό το αίσθημα της ανοιχτής βεντάλιας, έστω ακροθιγώς. Κι αυτό δίνει στην αφήγηση έναν τόνο ευεργετικής ψυχρότητας... Κάθε παιδική ανάμνηση που περιγράφεται είναι σαν να περιγράφεται για να πείσει ο συγγραφέας τον εαυτό του ότι πράγματι την έζησε. Και βλέποντάς τη γραμμένη να την αφήσει να ξεραθεί (κομμένο σύκο) πάνω στο μέταλλο του μοντέρνου κόσμου», γράφει ο Στάθης Τσαγκαρουσιάνος για το βιβλίο στο μπλογκ του «Ημερολόγιο», στη LiFO. Ο Σταύρος Ζουμπουλάκης επιστρέφει στη Συκιά του νομού Λακωνίας από το καλοκαίρι του 1959 και για εννιά συνεχόμενα χρόνια μετά το κλείσιμο των σχολείων και μέχρι το άνοιγμά τους τον Σεπτέμβριο. «Δεν βρίσκω τίποτε πιο βαρετό από το να ακούς ή να διαβάζεις για τα παιδικά χρόνια κάποιου, πρέπει πράγματι να τον αγαπάς πολύ για να το αντέξεις. Δεν είχα καμιά διάθεση να διηγηθώ εδώ τα δικά μου παιδικά χρόνια, παρά τόσο μόνο όσο χρειαζόταν για να αποτυπωθεί το χνάρι αυτού του αιωνόβιου, χτεσινού μα και οριστικά καταποντισμένου κόσμου. Αυτός ο κόσμος με συγκινεί βαθιά, όχι γιατί είναι ο κόσμος της παιδικής μου ηλικίας –δεν ήταν άλλωστε αποκλειστικά–, αλλά γιατί είναι ο κόσμος των αγαπημένων μου ανθρώπων, των ανθρώπων που με αγάπησαν και τους αγάπησα πολύ. Τον σκέφτομαι πάντα με συγκίνηση, αλλά δεν τον νοσταλγώ. Υπάρχει συγκίνηση χωρίς νοσταλγία, ίσως μάλιστα να είναι έτσι πιο αδρή», γράφει. Το βιβλίο «Στ’ αμπέλια» του Σταύρου Ζουμπουλάκη κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πόλις
-
93
«Νόκερ»: Ο Ακύλλας Καραζήσης διαβάζει το πιο δυνατό διήγημα του «Γκιακ»
Ο ηθοποιός και σκηνοθέτης Ακύλλας Καραζήσης διαβάζει το «Νόκερ» από τη συλλογή διηγημάτων του Δημοσθένη Παπαμάρκου «Γκιακ» που εκδόθηκε το 2014 και απέσπασε το Βραβείο Ιδρύματος Πέτρου Χάρη Ακαδημίας Αθηνών (2015) και Το Βραβείο Διηγήματος/Νουβέλας του περιοδικού «Αναγνώστης» (2015). «Γκιακ» θα πει αίμα, δεσμός συγγένειας, φόνος για λόγους εκδίκησης, φυλή. Οι ήρωες στα εννιά διηγήματα του Παπαμάρκου, στρατιώτες που πολέμησαν στα άγρια πεδία των μαχών στη Μικρά Ασία, επιστρέφουν οριστικά αλλαγμένοι στον τόπο τους, στη Λοκρίδα. Καθορισμένοι από ό,τι οφείλουν να κάνουν για την τιμή της κοινότητας, σύμφωνα με τον βαρύ νόμο του αίματος στο αυστηρό εθιμικό δίκαιο της κλειστής κοινωνίας τους, γίνονται θύτες και είναι ταυτοχρόνως θύματα. Αποσιωπημένα εγκλήματα και τραύματα, καταστροφή και αφανισμός, βιασμοί και δολοφονίες, στοιχειά και δαίμονες, ηθικές δοκιμασίες∙ ιστορίες ανομολόγητων πράξεων στην προφορική γλώσσα του ρουμελιώτικου ιδιώματος, που εν τέλει οδηγούν, έστω βίαια, τους ήρωες σε σύγκρουση με την κοινότητά τους και στην αναθεώρηση της ταυτότητάς τους. O Δημοσθένης Παπαμάρκος αξιοποιεί τη λογοτεχνική δύναμη της προφορικότητας και της παράδοσης για να οικοδομήσει μια μοντέρνα σύνθεση. Τα διηγήματα του «Γκιακ» συγκροτούν προοδευτικά μια ενιαία εικόνα, σαν θραύσματα ενός μυθιστορήματος που φωτίζει λοξά μια καθοριστική στιγμή της ελληνικής ιστορίας. «Η ιστορία του “Νόκερ”, μια αφήγηση της αυτοεξορίας στο Σικάγο των ΗΠΑ του Αργύρη Δέδε, βετεράνου όλων των πολέμων των αρχών του 20ού αιώνα, με τελευταίο αυτόν της Μικρασιατικής Εκστρατείας, ο οποίος, αν και επιστρέφει σαν ήρωας στο χωριό του, καταλήγει απόβλητος από τους οικείους του ως μιασμένος από το αίμα του φόνου, θα πελαγοδρομήσει “μάλα πολλά” μέχρι να ολοκληρώσει τον νόστο της στο χαρτί. Έκτοτε δεν θα την επισκεφθώ ξανά στην ολότητά της, θα ξεχάσω πολλές από τις λεπτομέρειές της, ο Αργύρης θα αποδημήσει για μια ακόμη φορά σε μια απρόσιτη “ήπειρο”», σημειώνει ο συγγραφέας. Με αφορμή την ανάγνωση του «Νόκερ», έντεκα χρόνια μετά τη συγγραφή του διηγήματος, ο Δημοσθένης Παπαμάρκος γράφει: «Το διήγημα “Νόκερ” είναι το τελευταίο από τα εννιά που περιλαμβάνονται στη συλλογή “Γκιακ”. Είναι όμως και το τελευταίο που γράφτηκε, στις 24 Οκτωβρίου του 2014, σχεδόν ενάμιση μήνα πριν από την πρώτη κυκλοφορία του βιβλίου, στις 8 Δεκεμβρίου της ίδιας χρονιάς. Από τα παραπάνω είναι εύλογο να υποθέσει κανείς πως ήταν μια προσθήκη της τελευταίας στιγμής, ένα κείμενο που γράφτηκε υπό την επιρροή μιας όψιμης αναλαμπής έμπνευσης. Μια τέτοια υπόθεση δεν θα μπορούσε να απέχει περισσότερο από την αλήθεια. Είναι το πρώτο διήγημα του “Γκιακ” που συλλαμβάνω ως ιδέα, με εξαίρεση το “Σαν βγαίνει ο χότζας στο τζαμί”, το “Μπουκουμπάρδια” και την “Παραλογή”, που είχαν ήδη γραφτεί καιρό νωρίτερα. Ιδέα ακόμα αδιαμόρφωτη, τίποτα παραπάνω από ένας τίτλος σημειωμένος πρόχειρα σε ένα μπλοκάκι· “ο λιποτάκτης”. Στους μήνες που θα μεσολαβήσουν έως τη συγγραφή του, κι ενώ παράλληλα γράφω τα άλλα διηγήματα του “Γκιακ”, θα επισκέπτομαι συχνά αυτό το κρυπτικό σημείο προσπαθώντας να το αναπτύξω, να σχεδιάσω μια γραμμή με αυτή την αφετηρία. Κάπου στα τέλη Μαΐου του 2025, η Αργυρώ Μποζώνη θα επικοινωνήσει μαζί μου και θα μου προτείνει την ιδέα του Μιχάλη Μιχαήλ για μια ανάγνωση του “Νόκερ” για τις video Αναγνώσεις της LiFO από τον Ακύλλα Καραζήση. Θα συμφωνήσω, και μερικές μέρες μετά, σε μια καφετέρια στο Παγκράτι, θα συναντήσω για πρώτη φορά τον Ακύλλα. Θα κουβεντιάσουμε για ώρες και όταν έρθει η στιγμή να αποχαιρετιστούμε, θα συνειδητοποιήσουμε πως δεν μιλήσαμε σχεδόν καθόλου για το διήγημα. Δεν είχε καμία σημασία, γιατί αυτό είχε εκπληρώσει από πριν τον σκοπό του· να έρθουν κοντά δυο άνθρωποι “συγγενείς”. Λίγο αργότερα, στα τέλη Ιουλίου, θα μπούμε μαζί στο στούντιο και από μια γωνιά θα τον παρακολουθήσω να αφηγείται την ιστορία του Αργύρη Δέδε με την αβίαστη φυσικότητα μιας βιωμένης εμπειρίας. Έντεκα χρόνια μετά τη συγγραφή του διηγήματος, θα μου χαριστεί η ευκαιρία να ξαναμπώ στον κόσμο του χωρίς την αμηχανία −και αγωνία− που με καταλαμβάνει όταν επανεπισκέπτομαι δικά μου γραπτά και, συγχωρέστε με που θα το πω, να απολαύσω την εξιστόρηση. Γιατί με τον τρόπο του ο Ακύλλας θα “οικειοποιηθεί” το κείμενό μου και θα πλέξει ένα νέο υφαντό με το νήμα της αφήγησής μου. Ελπίζω κι εσείς να απολαύσετε την ακρόαση εξίσου. Εγώ θέλω να πω μόνο κάτι τελευταίο. Μιχάλη, Αργυρώ και Ακύλλα, ευχαριστώ». Πληροφορίες: Γκιακ Διηγήματα του Δημοσθένη Παπαμάρκου Βραβείο λογοτεχνικού περιοδικού "Ο Αναγνώστης" - Διηγήματα-Νουβέλες Βραβείο του Ιδρύματος Πέτρου Χάρη - Ακαδημία Αθηνών Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη
-
92
Η Ράνια Οικονομίδου διαβάζει ένα διήγημα της Πατρίσια Χάισμιθ
Από το βιβλίο της Πατρίσια Χάισμιθ «Γάτες - Τρία διηγήματα, τρία ποιήματα, ένα δοκίμιο και επτά σχέδια» (Άγρα) η Ράνια Οικονομίδου επέλεξε το διήγημα «Η μεγαλύτερη λεία του Μινγκ» σε μετάφραση Ανδρέα Αποστολίδη.Η ιστορία περιστρέφεται γύρω από τη ζωή μιας χαϊδεμένης γάτας, του Μινγκ, που ζει με την ιδιοκτήτριά του Ελέιν μια ζωή προνομιούχα, μακριά από την αγριότητα της ζωής στους δρόμους και τα pet shops. Όταν στη ζωή της ιδιοκτήτριάς του εμφανίζεται ο ζηλιάρης και διεκδικητικός εραστής της Τέντι, οι δυναμικές αλλάζουν.Μεταξύ του Τέντι και του Μινγκ υπάρχει απέχθεια, ο ένας προσπαθεί να ξεγελάσει τον άλλον, με αποκορύφωμα την απόπειρα του Τέντι να πετάξει τον Μινγκ στη θάλασσα. Εκείνος καραδοκεί, περιμένοντας την ευκαιρία να εκδικηθεί τον Τέντι, πεπεισμένος ότι δεν αγαπά την Ελέιν. Η ανταγωνιστική, εχθρική σχέση τους θα φτάσει στα άκρα. Η Πατρίσια Χάισμιθ γράφει μια ιστορία με όλα τα χαρακτηριστικά ενός ερωτικού τριγώνου. Ο Μινγκ είναι ο αφηγητής και αυτός που δίνει λύση, παίζοντας κρίσιμο ρόλο στην τελική έκβαση. Πρόκειται για μία από τις τρεις ιστορίες του βιβλίου, στο οποίο βλέπουμε τη στενή σχέση της συγγραφέως με τα τετράποδα, με τα οποία μοιράστηκε τη ζωή της: τα έβλεπε ως πιο αξιοπρεπείς και ειλικρινείς συντρόφους σε σύγκριση με τους ανθρώπους, τους οποίους συχνά δυσκολευόταν να καταλάβει. Έζησε με πολλές γάτες κατά τη διάρκεια της ζωής της και αυτές υπήρξαν σταθερό στοιχείο στο έργο και στην τέχνη της: εμφανίζονται συχνά στα διηγήματα, στα ποιήματα και στα σκίτσα της.Η δημιουργός των πιο σαγηνευτικών αντιηρώων παραμένει ακόμα και σήμερα, παρά την έκδοση των πολύ διαφωτιστικών ημερολογίων της, ένα άλυτο, τρομακτικό αίνιγμα, συναρπαστικό και απωθητικό ταυτόχρονα. Η πιο ευαίσθητη περιοχή αυτού του αινιγματικού χαρακτήρα βρίσκεται στη σχέση της με τις γάτες, καθώς πίστευε ότι προσέφεραν ένα είδος συντροφικότητας, ήρεμο, χωρίς απαιτήσεις, ιδανικό για τη φαντασία ενός συγγραφέα. Μακριά από την ανθρώπινη κοινωνικότητα, οι γάτες τής επέτρεψαν να λειτουργεί δημιουργικά – μάλιστα, όταν τις σχεδίαζε, τις θεωρούσε ως ένα «περιπατητικό, κοιμισμένο, συνεχώς μεταβαλλόμενο έργο τέχνης».Οι γάτες ήταν πάντα κοντά της, κοιμούνταν δίπλα της ή πάνω στο γραφείο της όσο δούλευε. «Προσφέρουν στους συγγραφείς κάτι που οι ανθρώπινες συναναστροφές είναι αδύνατο να τους δώσουν: διακριτική συντροφιά που δεν απαιτεί ανταλλάγματα, ειρηνική και ανήσυχη σαν την ακύμαντη θάλασσα», έλεγε.Ο συγγραφέας και μεταφραστής Paul Ingendaay γράφει: «Αν ποτέ γραφόταν η ιστορία των φιλόζωων της λογοτεχνίας, η Πατρίσια Χάισμιθ δεν θα κατακτούσε απλώς μια θέση ανάμεσά τους αλλά θα στεκόταν ισάξια πλάι σε δημιουργούς όπως ο Φραντς Κάφκα, ο Τζακ Λόντον, ο Ελίας Κανέτι και ο Τζ. Μ. Κουτσί, αποτελώντας μια εξέχουσα εκπρόσωπο του είδους. Σε αντίθεση με τη σκληρή μεταχείριση που επιφυλάσσει στις προσωπικές της σημειώσεις για τους ανθρώπους, τα ζώα χαίρουν άκρας εκτίμησης. Πρόκειται για σεβασμό που πηγάζει από τη γνώση και την εξοικείωση και όχι από συναισθηματικά κίνητρα».Η Πατρίσια Χάισμιθ, που περιγράφει τις γάτες ως πηγές διακριτικής συντροφιάς η οποία δεν απαιτεί ανταλλάγματα, και υπήρξαν οι πιο πιστοί σύντροφοι στη ζωή της, μοιράζεται την ίδια πεποίθηση με τη Ράνια Οικονομίδου, που δεν είναι απλώς φιλόζωη αλλά ένα πρόσωπο που θεωρεί την παρουσία των ζώων στη ζωή της αναντικατάστατη και κάθε φορά δημιουργεί μια ισότιμη σχέση μαζί τους, κατανοώντας με σεβασμό τη διαφορετική τους προσωπικότητα και τη μυστηριώδη φύση τους.
-
91
Ο Δημήτρης Καταλειφός διαβάζει τον Μύρη του Καβάφη
Ο Δημήτρης Καταλειφός διαβάζει ένα από τα πολυσήμαντα ποιήματα του Κ.Π. Καβάφη, το «Μύρης· Aλεξάνδρεια του 340 μ.X.». Γραμμένο το 1929, μέσα από την αφήγηση ενός εθνικού, περιγράφει τον θάνατο ενός αγαπημένου του προσώπου, του Μύρη, ενός χριστιανού, αναδεικνύοντας την τραγική απώλεια ενός νέου. Τοποθετείται το 340 μ.Χ., σε μια περίοδο μεγάλων αλλαγών, οπότε ο χριστιανισμός εδραιώνεται πλέον ως κυρίαρχη θρησκεία στην ανατολική Μεσόγειο, εκτός των ρωμαϊκών συνόρων (Αιθιοπία), καταγράφοντας την εσωτερική κοινωνική μεταβολή στην ύστερη αρχαιότητα. «… Οι Χριστιανοί ιερείς μεγαλοφώνως για την ψυχή του νέου δέονταν.— Παρατηρούσα με πόση επιμέλεια, και με τι προσοχήν εντατική στους τύπους της θρησκείας τους, ετοιμάζονταν όλα για την χριστιανική κηδεία…» Ιστορικοφανές δραματικό ποίημα με έντονη θεατρικότητα, αναπαριστά τον τελευταίο ασπασμό του αφηγητή προς τον νεκρό του φίλο, περιγράφοντας την επίσκεψή του στο σπίτι όπου βρίσκεται η σορός του, σε μια μεγάλη κάμαρα, ενώ γίνονται ετοιμασίες για την κηδεία του. «… Κάτι γρηές, κοντά μου, χαμηλά μιλούσαν για την τελευταία μέρα που έζησε— στα χείλη του διαρκώς τ’ όνομα του Χριστού, στα χέρια του βαστούσ’ έναν σταυρό.—» Αναπαριστά ακόμα την εποχή, στέκεται στη θρησκευτική διαφορετικότητα με μια ιστορία στην οποία οι δυο θρησκείες ακόμα συνυπάρχουν. «… Γνωρίζαμε, βεβαίως, που ο Μύρης ήταν Χριστιανός. Aπό την πρώτη μέρα το γνωρίζαμε, όταν πρόπερσι στην παρέα μας είχε μπει. Μα ζούσεν απολύτως σαν κ’ εμάς. Aπ’ όλους μας πιο έκδοτος στες ηδονές· σκορπώντας αφειδώς το χρήμα του στες διασκεδάσεις…» Ο αφηγητής τιμά, επίσης, τον ηδονικό βίο της Αλεξάνδρειας πριν από την οριστική επικράτηση της νέας θρησκείας και την παρακμή μιας περιόδου ελευθερίας στην ερωτική έκφραση, προσφέροντάς μας μια τελευταία εικόνα της. Σκεπτόμενος ότι για τον Μύρη δεν ήταν παρά ένας ξένος, συνειδητοποιεί την απώλεια και τον οριστικό χωρισμό, κι αυτό τον κάνει να «πεταχτεί έξω» από το σπίτι για να ξεφύγει από τη θλίψη και την ασφυξία που του δημιουργεί το θρησκευτικό περιβάλλον αλλά και για να διατηρήσει τη θύμηση του Μύρη όπως τον γνώρισε, «έκδοτο στες ηδονές», για την υπόληψη του κόσμου ξένοιαστος. Το ποίημα «Μύρης· Αλεξάνδρεια του 340 μ.Χ.» του Κ.Π. Καβάφη δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά το 1929. Τυπώθηκε στις 19 Απριλίου εκείνης της χρονιάς σε μονόφυλλο των «Τυπογραφικών Καταστημάτων Κασιμάτη & Ιωνά» στην Αλεξάνδρεια. Ανήκει στα αναγνωρισμένα ποιήματα του Καβάφη, τα οποία γράφτηκαν ή υπέστησαν επεξεργασία κατά την περίοδο 1919-1932.
-
90
Ο Δημήτρης Καταλειφός διαβάζει το «Πένθιμο Μπλουζ» του Γ.Χ. Όντεν
Ο Άγγλος ποιητής, δοκιμιογράφος και θεατρικός συγγραφέας Γουίσταν Χιου Όντεν που τη δεκαετία του 1930 καθιερώθηκε ως ο σημαντικότερος ποιητής της γενιάς του, με το έργο του να ασκεί σημαντική επιρροή στις επόμενες γενιές, και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού, έγραψε τον Απρίλιο του 1936 το «Πένθιμο Μπλουζ». Θέλοντας να δείξει πόσο συντριπτική είναι η απώλεια, αντανακλά την επιθυμία του ομιλούντος προσώπου να σταματήσει όλος ο κόσμος και να θρηνήσει. Ο ομιλητής χρησιμοποιεί το πρώτο πρόσωπο, αλλά διατηρεί τις λεπτομέρειες αόριστες, καθιστώντας το συναίσθημα καθολικό και σχετικό. Το ποίημα εκφράζει βαθιά θλίψη μετά τον θάνατο ενός αγαπημένου προσώπου, ενώ εξερευνά την αγάπη, την απώλεια, την απομόνωση και την ανάμνηση, δείχνοντας πώς ο θάνατος μπορεί να κάνει τα πάντα να δείχνουν κενά νοήματος. Το «Πένθιμο Μπλουζ» είναι ένα από τα εμβληματικά ποιήματά του, μία από τις πιο χαρακτηριστικές ποιητικές αποδόσεις του πένθους που επιτρέπει στον αναγνώστη/ακροατή να αντιληφθεί το βάθος του συναισθήματος. Το ποίημα έχει αναφερθεί αμέτρητες φορές σε διάφορα έργα και πέρασε στην ποπ κουλτούρα όταν ακούστηκε στη ρομαντική κωμωδία της δεκαετίας του 1990, «Four weddings and a funeral». Το «Πένθιμο Μπλουζ» περιλαμβάνεται στην έκδοση «Η Ασπίδα του Αχιλλέα» (εκδόσεις Αντίποδες) μαζί με άλλα 18 αντιπροσωπευτικά ποιήματα του συνόλου του έργο του Όντεν μεταφρασμένα από τον Ερρίκο Σοφρά.
-
89
Πέντε σονέτα του Σαίξπηρ
H Δήμητρα Βλαγκοπούλου, ο Άρης Μπαλής, ο Μιχάλης Σαράντης, η Μαρία Σκουλά και η Πηνελόπη Τσιλίκα διαβάζουν πέντε σονέτα του Σαίξπηρ σε μετάφραση Ερρίκου Σοφρά.Το 1609, ο Σαίξπηρ ήταν 45 ετών· τότε τυπώθηκαν 154 σονέτα που έγραψε ενώ είχαν προηγηθεί τριάντα θεατρικά έργα και δυο εκτενή αφηγηματικά ποιήματα. Καλύπτοντας θέματα όπως το πέρασμα του χρόνου, η θνητότητα, ο έρωτας, η ομορφιά, η απιστία και η ζήλια, τα πρώτα 126 σονέτα του απευθύνονται σε έναν ευγενή ωραίο νέο και τα τελευταία 28 σε μια γυναίκα - μια μυστηριώδη «σκοτεινή κυρία». Στην εισαγωγή των «Σονέτων» (εκδόσεις Αντίποδες) ο μεταφραστής Ερρίκος Σοφράς, ανάμεσα σε άλλα, σημειώνει:«Μολονότι δεν είναι σαφές αν τα πρόσωπα στα οποία απευθύνεται ο Σαίξπηρ στα δεκατετράστιχα είναι υπαρκτά, ωστόσο οι σχέσεις ανάμεσά τους είναι τόσο σκοτεινές και κρυπτικές, μα και η ιστορία αχνοφαίνεται τόσο ελλιπής, που δύσκολα γίνεται πιστευτόπώς τα εμπνεύστηκε για καλλιτεχνικούς λόγους. Η ίδια η αδεξιότητα και η ασάφεια της αφήγησης, η θρυμματισμένη συνέχειά της, είναι ισχυρό επιχείρημα πως τα Σονέτα αγγίζουν ένα αληθινό βίωμα, πως είναι «ποιήματα που, παρά τις αλλεπάλληλες επιστρώσεις από τόνους φωνής και δραματοποιημένου αισθήματος, έχουν την πυκνότητα και την πλαγιότητα των ποιημάτων εκείνων που έχουν στην εμπειρία και όχι στο λογοτεχνικό πειραματισμό.Οι εμπειρίες του έρωτα και της φιλίας, όπως παρουσιάζονται στα “Σονέτα”, είναι αποκαρδιωτικές: απογοήτευση και χωρισμοί, αποξένωση και αυτοκατάκριση. Ο τελικός θρίαμβος του θανάτου μα και του χρόνου που φεύγει σαν άμμος μέσα απ’ τα δάχτυλα είναι πολύ αισθητός. Μόνο σ’ ένα υπερβατικό, ιδεαλιστικό επίπεδο και με την πίστη στη διάρκεια της ποίησης προβάλλεται μια καταφατική στάση που αντιζυγίζει την απελπισία του ποιητή. Οι θύελλες του πάθους στα ποιήματα είναι απούσες. Αντί γι’ αυτές παρατηρείται μια εκλεπτυσμένη ανάλυση του αισθήματος ταιριαστή με τις τεχνικές της ρητορικής και το φιλοσοφικό στοχασμό.Το αθάνατο νήμα που διατρέχει τα 154 ποιήματα είναι το θέμα της ανθρώπινης αγάπης αλλά και η πάλη του ερωτευμένου ποιητή με τον άστοργο χρόνο του ανθρώπου που αγαπά: “And, all in war with Time for love of you” / “Για την αγάπη σου μάχομαι εγώ το Χρόνο” (15.13). Ο Γ.Χ. Ώντεν παρατηρεί: “Είναι πολύ ισχυρό εδώ το βίωμα του Χρόνου ως διαρκούς παρουσίας, που κρίνει παρελθόν και μέλλον και αντιπαραβάλλεται με την εμπειρία ενός εξωτερικού κόσμου που ολοένα αλλάζει. Έτσι η ομορφιά που χάνεται απαθανατίζεται στην τέχνη” (“Lectures on Shakespeare”, Princeton University Press 2002, σ. 91).Τα “Σονέτα” είναι ποιήματα λατρείας, απόλυτης αφοσίωσης, τέλειας απόγνωσης, όπου το εγώ των ποιημάτων, ο λυρικός ομιλητής, λαχταρά, απογοητεύεται, εκλιπαρεί, ταπεινώνεται, νοσταλγεί, σπαράσσεται. Ο Σαίξπηρ υμνεί την ωραιότητα του φίλου του, αν και ξέρει πως θα ξεθωριάσει· βεβαιώνει για την ακεραιότητά του γνωρίζοντας πως είναι πρόσκαιρη· εγκωμιάζει την τιμιότητα και το κάλλος μιας γυναίκας που δεν είναι ούτε ενάρετη ούτε όμορφη· δε σταματά να παραδέχεται τη διχασμένη και ασήμαντη ζωή του. Κι όμως, σ’ ένα σύμπαν φθοράς, έχοντας επίγνωση πως όλα είναι λειψά και λίγα, αποζητά επίμονα κάτι που θα διαρκέσει μετασχηματίζοντας τον πόνο, την αδυναμία και το εύθραυστο του έρωτα σε πρωτάκουστη μουσική και πυκνό νόημα».
-
88
Ο Χάρης Φραγκούλης διαβάζει τρία Σονέτα του Ουίλιαμ Σαίξπηρ
18.Σε μέρα θερινή πώς να σε βάλω πλάι;Την ξεπερνάς σε ομορφιά, σ’ απαλοσύνη∙ Σκορπίζει ο άνεμος τα πέταλα του Μάη,Λίγο διαρκεί το καλοκαίρι κι αργοσβήνει.Το μάτι τ’ ουρανού κάποτε φλόγες βγάζειΚι είναι συχνά θαμπό τ’ ολόχρυσό του χρώμα∙ Ό, τι είναι όμορφο απ’ την ομορφιά του αδειάζει,Στου κύκλου τα γυρίσματα πέφτει στο χώμα.Αιώνιο θα ’ναι το δικό σου καλοκαίρι,Θα σου ανήκει πάντοτε η ομορφιά σου,Μες στη σκιά του ο Θάνατος δε θα σε φέρει,Σ’ αιώνιες γραμμές φέγγει η συνέχειά σου. Όσο οι ανθρώποι ζουν, το μάτι όσο αντικρίζει, Θα ζει το ποίημα αυτό ζωή να σου χαρίζει. 20 Γυναίκας πρόσωπο βαμμένο από τη φύση∙Κύριος κυρία είσαι, πάθος σε καλώ∙Αβρή καρδιά γυναίκας, που όμως δε γνωρίζειΝ’ αλλάζει ολοένα τρόπους και μυαλό.Το μάτι πιο αστραφτερό από εκείνες έχεις,Πιο σταθερό, χρυσό σκορπάει σ’ ό,τι κι αν δει∙Με όψη άντρα, τις όψεις ολωνών ελέγχεις,Κλέβεις αντρών ματιές και γυναικών ψυχή.Γυναίκα να ’σαι η φύση σ’ είχε πρωτοπλάσει,Κι έτσι όπως σ’ έφτιαχνε σ’ αγάπησε τρελά,Και τότε εμένα θέλοντας να ξεγελάσειΠρόσθεσε κάτι άχρηστο για τα καλά.Μ’ αυτό, οι γυναίκες σε ζητούνε ολοένα∙Δίνε ηδονή σ’ αυτές, αγάπη όμως σε μένα. 29 Όταν η Τύχη με χτυπά και οι ανθρώποι.Όταν διωγμένος και κατάμονος θρηνώ,Βγάζω κραυγές προς την ουράνια μετόπη,Τη μοίρα βλαστημώ, με βλέπω και πονώ,Διψώντας να ’χω στη ζωή πλούσιες ελπίδες,Τους φίλους του ενός και του άλλου τη μορφή,Την τέχνη εκείνων, του μυαλού τους τις βαθμίδες,Κι ό, τι έδινε χαρά, τώρα χαρά στυφή∙Κι όπως σχεδόν περιφρονώ τον εαυτό μου,Σε συλλογίζομαι, και τότε αρχινώ, Σαν τον κορυδαλλό μπρος στην πύλη του έβδομουΟυρανού, να τραγουδώ ύμνο εωθινό. Η σκέψη του έρωτά σου με πλουτίζει μόνο.Τη μοίρα μου δε θ’ άλλαζα ούτε με θρόνο.
-
87
Ντάνιελ Μέντελσον: «Το μεγάλο θέμα του Καβάφη είναι ο χρόνος»
Η ζωή και το έργο του, οι καταβολές και οι επιρροές που δέχτηκε φωτίζονται μέσα από μαρτυρίες, αποτιμήσεις και ποιητικά σπαράγματα τα οποία ανιχνεύουν το μονοπάτι που οδήγησε τον Αλεξανδρινό ποιητή από τη μετριότητα στο μεγαλείο. Αναδεικνύεται παράλληλα ο τρόπος που παίρνει μικρής κλίμακας ιστορικά επεισόδια και τα μετατρέπει σε ποιητικές στιγμές υπαρξιακής έντασης, μέσω της ειρωνείας και της στοχαστικής του ματιάς. Ο Mέντελσον υιοθετεί μια κριτική ανάγνωση, εστιάζοντας στη στάση του Καβάφη απέναντι στην ήττα, την αναμονή και τη φθορά, καθώς και στη διαχρονικότητα της φωνής του, που συνδέει την αρχαιότητα με τη σύγχρονη εμπειρία της αβεβαιότητας.
-
86
Ο Αντώνης Αντωνόπουλος διαβάζει την «Τελευταία μαγνητοταινία του Κραπ»
Ο Αντώνης Αντωνόπουλος διαβάζει την «Τελευταία μαγνητοταινία του Κραπ» του Σάμιουελ Μπέκετ, που θεωρείται ένα από τα πιο σημαντικά έργα του.Η ενδοσκοπική αφήγηση και το οξύ πνεύμα του έργου συνεισφέρουν με μια συναρπαστική σκέψη στα δικά μας ταξίδια αυτογνωσίας καθώς ο χρόνος αναπόφευκτα περνάει.Κάθε χρόνο, την ημέρα των γενεθλίων του ο Κραπ ηχογραφεί μια μαγνητοταινία με τα σημαντικότερα γεγονότα του περασμένου έτους – πριν από την καινούργια ηχογράφηση ακούει μια παλιότερη. Στα εξηκοστά ένατα γενέθλιά του έρχεται αντιμέτωπος με τις αποφάσεις που πήρε τριάντα χρόνια πριν.Οι μαγνητοταινίες του παρελθόντος δημιουργούν το παρόν και παράλληλα ανασυνθέτουν το παρελθόν. Οι χρόνοι συνυπάρχουν, ο Κραπ, μέσω αυτών, συνομιλεί με τον νεότερο εαυτό του που στέκεται απέναντί του – αυτοί οι δυο καλούνται να συνυπάρξουν.Στα 39 του ο Κραπ είχε αποφασίσει να εγκαταλείψει τα πάντα και να αφοσιωθεί στην καριέρα του και στο έργο του, θεωρώντας ότι είχε βρει τον σκοπό της ζωής του. Στα 69 του είναι αποτυχημένος και μόνος. Πόσο άδειες και χωρίς νόημα μπορεί να είναι οι μεγάλες αποφάσεις που παίρνουμε στη ζωή μας;Ακούγοντας στο ηχητικό του ημερολόγιο τη χρονιά που αποτέλεσε σταθμό στη μετέπειτα ζωή του, βυθίζεται στη φωνή του απ’ το παρελθόν, που τώρα μοιάζει ξένη. Η φωνή αυτού του «άλλου» τού υπενθυμίζει τις άσκοπες αποφάσεις του, τον αποκλεισμό από τη ζωή του του έρωτα και των συγκινήσεών της. Όποιος κι αν ήταν κάποτε ο Κραπ, ο άντρας που έχει αδυναμία στις μπανάνες και στο αλκοόλ, αυτός που στέκεται μπροστά μας είναι γεμάτος τύψεις επειδή η θνητότητα τον πλησιάζει και το σύνολο της ζωής του δεν είναι όσο πλούσιο θα μπορούσε να είναι. Κουνάει το κεφάλι του καθώς ο νεότερος εαυτός του μονολογεί. Ακούει με ένα προσωπικό, βαθύ ενδιαφέρον ή αρνείται να ακούσει, από θυμό ή πόνο. Αν μπορούσε να γυρίσει πίσω, όταν ήταν 39 χρονών, ίσως να έκανε τα πράγματα διαφορετικά.Ο μονόλογος μετατρέπεται σε μια υπαρξιακή συνάντηση με τους παλιούς εαυτούς και τις πολλές φωνές που ενσωματώνουμε μέσα μας όλη μας τη ζωή, και ανασύρουν τον ρομαντικό εαυτό μας, τη λαχτάρα, τη λύπη αλλά και την απελπισία που ακολουθεί.Ο Μπέκετ έγραψε το έργο το 1958, σε ηλικία 52 ετών, κάπου μεταξύ του νεότερου και του μεγαλύτερου Κραπ, για τον Ιρλανδό ηθοποιό Πάτρικ Μαγκί (τον αγαπημένο, κατά πολλούς, ηθοποιό του Μπέκετ), και αρχικά είχε τον τίτλο «Μονόλογος για τον Μαγκί». Ο Μπέκετ εμπνεύστηκε το έργο ακούγοντας τον Μαγκί να διαβάζει αποσπάσματα από τα έργα «Μολλόι» και «Από ένα εγκαταλελειμμένο σπίτι» στο Τρίτο Πρόγραμμα του BBC, τον Δεκέμβριο του 1957.Σε γράμμα του προς τον Λονδρέζο βιβλιοπώλη Τζέικ Σβαρτς στις 15 Μαρτίου 1958 έγραψε ότι είχε «τέσσερις εκδοχές, δακτυλογραφημένες, με άφθονες σημειώσεις και βρόμικες διορθώσεις ενός σύντομου θεατρικού μονολόγου που μόλις έγραψα (στα αγγλικά) για τον Πατ Μαγκί. Αυτό συντέθηκε στη γραφομηχανή από ένα σωρό παλιές σημειώσεις, οπότε δεν έχω χειρόγραφο να σας προσφέρω».Ο Κραπ ονομαζόταν απλώς «Α» στο πρώτο προσχέδιο. Το όνομα Κραπ, με τις περιττωματικές του συνδηλώσεις, είχε χρησιμοποιηθεί και στο παρελθόν από τον Μπέκετ. Στο πρώτο του έργο, «Ελευθερία» (μη σκηνοθετημένο και αδημοσίευτο όσο ζούσε), που χρονολογείται από το 1947, ο πρωταγωνιστής είναι ο Βίκτορ Κραπ, ένας νεαρός άνδρας που αποφάσισε να αποσυρθεί από τη ζωή και να μην κάνει τίποτα. Έχει περιγραφεί ως ένας κουρασμένος από τον κόσμο αντιήρωας, ένας αποτυχημένος συγγραφέας, και αποτελεί ένα σαφές πρωτότυπο για τον μεταγενέστερο Κραπ.Ο Αντώνης Αντωνόπουλος σκηνοθέτησε και ερμήνευσε τον μονόλογο του Μπέκετ «Τελευταία μαγνητοταινία του Κραπ» το 2016 και υπογράφει τη μετάφραση με τον Δημήτρη Καραντζά.
-
85
«Daddy»: Η Λουκία Μιχαλοπούλου διαβάζει το ποίημα της Σίλβια Πλαθ
Η Λουκία Μιχαλοπούλου διαβάζει ένα από τα πιο διάσημα ποιήματα της Σίλβια Πλαθ, που γράφτηκε στις 12 Οκτωβρίου 1962, στο διαμέρισμά της στο Λονδίνο, όπου είχε μετακομίσει με τα δυο της παιδιά, έναν μήνα μετά τον χωρισμό της από τον Τεντ Χιουζ και τέσσερις μήνες πριν από την αυτοκτονία της.Δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά μετά τον θάνατό της στη συλλογή ποιημάτων «Ariel» και είναι ένα από τα πιο ανθολογημένα ποιήματα της αμερικανικής λογοτεχνίας. Στα ελληνικά το μετέφρασε η Νανά Ησαΐα.Σε αυτό το σκοτεινό, δραματικό και εξομολογητικό ποίημα η φιγούρα του πατέρα της, του Ότο Πλαθ, ενός άντρα που πέθανε το 1940 από επιπλοκές μετά τον ακρωτηριασμό του ποδιού του, στοιχειώνει τις αναμνήσεις της. Αν και ο Ότο πέθανε όταν η κόρη του ήταν οκτώ ετών, η επιρροή στο έργο της ήταν διαρκής, εμπνέοντας τελικά την πικρή της επίθεση εναντίον του με το ποίημα «Daddy».Από την εξιδανίκευση, η Πλαθ προχωρά στην πλήρη αποδόμηση αυτού που έβλεπε σαν θεό· πλέον για εκείνη είναι σαν τον διάβολο, σαν βρικόλακας. Βλέπει εκείνον σαν Άριο, τον εαυτό της σαν Εβραία κρατούμενη σε στρατόπεδο. Η Πλαθ χρησιμοποιεί αυτήν τη μεταφορά για να εκφράσει τη σχέση της μαζί του. Σε αυτόν αποδίδει τα ανεπούλωτα τραύματα που την οδήγησαν στην επίσης τραυματική σχέση της με τον Τεντ Χιουζ, με τον οποίο ήταν παντρεμένη επτά χρόνια.Αν σκότωσα έναν έχω σκοτώσει δυο-Ο βρικόλακας που είπα ότι είσαι εσύ Και έπινε το αίμα μου για ένα χρόνοΕφτά χρόνια, αν θέλεις να ξέρεις.Μπαμπά, μπορείς να ξεκουραστείς τώραΗ μεταφράστρια της Σίλβια Πλαθ, Νανά Ησαΐα, γράφει στην εισαγωγή των μεταφράσεων της Πλαθ (εκδόσεις Μπουκουμάνη, 1974):«… Μέσα στα ποιήματά της ενυπάρχει η εξήγηση του γιατί ο εφιάλτης δεν μπορεί παρά να υπερισχύσει. Η ποιήτρια μας λέει συνέχεια σε κάθε της στίχο ότι πιστέψαμε σε ό,τι δεν είμαστε και ότι ξέρουμε πάρα πολύ λίγο το τι είμαστε στ’ αλήθεια. Μπροστά σε όλες τις ψεύτικες κατασκευές μας, η Σίλβια Πλαθ μας φωνάζει ότι είναι προτιμότερη η αλήθεια του θανάτου γιατί εκεί, τουλάχιστον, υπάρχει η βεβαιότητα μιας αληθινής εμπειρίας. Μπροστά στον θάνατο δεν υπάρχουν περιθώρια για πολύπλοκες σκέψεις, ξένες προς εμάς, και αστήρικτες φιλοσοφίες. Δεν υπάρχουν πια για τίποτα περιθώρια…»Η Σύλβια Πλαθ, σε μια συνέντευξή της στο BBC, μιλώντας για το ποίημα, είπε:«Το ποίημα το απαγγέλλει ένα κορίτσι με το σύμπλεγμα της Ηλέκτρας. Ο πατέρας πέθανε, ενώ εκείνη πίστευε πως ήταν Θεός. Η περίπτωσή της περιπλέκεται λόγω του ότι ο πατέρας της ήταν ναζί και η μητέρα της πιθανότατα εν μέρει Εβραία. Στην κόρη, οι δύο αυτές καταβολές ενώνονται και εξουδετερώνουν η μία την άλλη – πρέπει να αναπαραστήσει αυτήν τη φριχτή μικρή αλληγορία μία φορά ακόμα προτού απελευθερωθεί από αυτήν».Πριν από μερικά χρόνια το FBI δημοσίευσε κάποια αρχεία τα οποία λύνουν πολλές παρεξηγήσεις σχετικά με τον Ότο Πλαθ που, εξαιτίας των αμφιλεγόμενων μεταφορών του Ολοκαυτώματος που χρησιμοποιεί η Σίλβια Πλαθ στο «Daddy», πολλοί πιστεύουν ότι είχε σχέσεις με τον ναζισμό. Ο Ότο Πλαθ, που γεννήθηκε το 1885 στην ανατολική Πρωσία, μετανάστευσε στις ΗΠΑ σε ηλικία 15 ετών, το 1900. Στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνια όπου εργαζόταν ως καθηγητής είχε πέσει θύμα διακρίσεων – απορρίφθηκε από μια επιστημονική θέση λόγω του τόπου γέννησής του. Δεν υπήρξαν κατηγορίες εναντίον, του αλλά ήταν πάντα ύποπτος για φερόμενες «φιλογερμανικές» συμπάθειες. Είχε πει στους ερευνητές του FBI ότι «κάποια πράγματα είναι σάπια στη Γερμανία, αλλά όχι όλα· ο γερμανικός λαός και ο χαρακτήρας του δεν είναι εντελώς σάπιοι».Η πρώτη ποιητική συλλογή της Σίλβια Πλαθ, ο «Κολοσσός», εκδόθηκε στην Αγγλία το 1960. Παλεύοντας με την ψυχική ασθένεια, έγραψε τον «Γυάλινο κώδωνα» («The Bell Jar», 1963), το μοναδικό μυθιστόρημά της, το οποίο βασίστηκε στη ζωή της και έχει θέμα την ψυχική κατάρρευση μιας νεαρής γυναίκας. Η Πλαθ δημοσίευσε το μυθιστόρημα με το ψευδώνυμο Βικτόρια Λούκας. Έγραψε, επίσης, τα ποιήματα που απαρτίζουν τη συλλογή «Άριελ» («Ariel», 1965), που κυκλοφόρησε μετά τον θάνατό της.
-
84
Η Λένα Κιτσοπούλου διαβάζει τη Μ.Α.Ι.Ρ.Ο.Υ.Λ.Α.
Το 2009 η Λένα Κιτσοπούλου έγραψε τη Μ.Α.Ι.Ρ.Ο.Υ.Λ.Α., μια κωμικοτραγική θεώρηση της φιλοσοφίας της ζωής, έναν μονόλογο για μια περίεργη τριανταεπτάχρονη γυναίκα που κολυμπάει μέσα σε άλυτα καθημερινά προβλήματα. Η παράσταση ανέβηκε στο Εθνικό Θέατρο και τη σκηνοθέτησε η συγγραφέας, που ήδη είχε εκδώσει την πρώτη της συλλογή διηγημάτων, τις «Νυχτερίδες», και είχε τιμηθεί με το Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου Συγγραφέα του περιοδικού «Διαβάζω»· τη Μ.Α.Ι.Ρ.Ο.Υ.Λ.Α. υποδύθηκε μια επίσης ιδιαίτερη καλλιτέχνιδα του ελληνικού θεάτρου, η Μαρία Πρωτόπαππα, μια ηθοποιός των ημιτονίων που μπήκε στο έργο και έδωσε νόημα στις μαύρες περιοχές του. Με το φανελάκι της, μέσα σε ένα κουζινάκι, έδωσε μια αλησμόνητη ερμηνεία. Δεκάξι χρόνια αργότερα, η Λένα Κιτσοπούλου μπήκε στο στούντιο της LiFO για να διαβάσει αποσπάσματα από ένα από τα ωραιότερα φεμινιστικά κείμενα που έχουν γραφτεί από Ελληνίδα συγγραφέα, με την ίδια να είναι η μόνη που παραμένει πιστή σε αυτό που θέλει να εκφράσει, να έχει διατηρήσει τη μοναδική και ενοχλητική γλώσσα της και να έχει ξεσηκώσει κατά καιρούς θύελλα με τη θεματολογία, το ύφος και τη ματιά της. Άλλοι τη λένε αιρετική, εγώ θα την αποκαλούσα τόσο ωμή και ρεαλιστική που καταλήγει να είναι ποιητική. «Άλλοτε σε φωνάζουν Μαρία, άλλοτε Μαίρη, άλλοτε Μάρω, κι άλλοτε Μαράκι. Άλλος σε βλέπει ως κυρα-Μαρία η ψιλικατζού κι άλλος ως μάνα του Θεού ή ό,τι γουστάρει ο καθένας. Εσύ τι είσαι; Τα υποκοριστικά των άλλων; Τα βλέμματα των άλλων; Ή τα συμπεράσματά τους για σένα; Ακόμα και ο εαυτός σου σε βλέπει σαν λίγο καλύτερο από αυτό που είσαι. Ή, ώρες ώρες, πολύ χειρότερο. Εσύ τι είσαι πραγματικά; Μήπως μια χιλιοτρυπημένη βάρκα, ξέμπαρκη σε ένα παλιό λιμανάκι, που γράφει στο πλάι με ξεθωριασμένα γράμματα ΜΑΙΡΟΥΛΑ και σε τραβάει φωτογραφία ο κάθε τουρίστας για να λέει “πέρασα κι εγώ από δω”;» γράφει η Λένα Κιτσοπούλου Ποια είναι η Μ.Α.Ι.Ρ.Ο.Υ.Λ.Α. και τι σημαίνει αυτό το όνομα, γραμμένο με αυτό τον τρόπο; Περίεργη αυτή η γυναίκα. Τριάντα εφτά χρονών, τίποτα δεν της λείπει, oύτε η χαρά ούτε ο πόνος. Κι όμως, δεν είναι πολύ στα καλά της. Θέλει να αφήσει πίσω της ό,τι τη βασανίζει, τα υπαρξιακά και τα καθημερινά: αρρώστιες, θάνατο και γηρατειά, έρωτες και μοναξιά, κοινόχρηστα και ψώνια στο σούπερ μάρκετ, παραγγελίες πίτσας και κηδειόσημα, ψυχαναλυτές, χαπάκια, ευρουλάκια και μεταλλαγμένα κοτόπουλα. Αποφασίζει να αλλάξει ζωή. Ή μάλλον, κόσμο. Μια μαγική εικόνα ζητά μόνο. Μια κωμικοτραγική φιλοσοφία ζωής. Μ.Α.Ι.Ρ.Ο.Υ.Λ.Α. θα πει Μην Αντιστέκεσαι, Ισοπεδώσου, Ρίξε Ολοκληρωτικό Ύπνο, Λυτρώσου, Αυτοκτόνα. Είναι το θαυματουργό χάπι που παίρνεις μια και τελειώνεις. Κατά βάθος η Μ.Α.Ι.Ρ.Ο.Υ.Λ.Α., με τη δηκτική της ματιά, είναι μια συγκινητική κατάδυση σε έναν απάνθρωπο, βίαιο κόσμο όπου δεν έχει θέση το αυθεντικό, η μοναδικότητα ισοπεδώνεται και οι σχέσεις εργαλειοποιούνται και καταναλώνονται. Μέσα από τη φεμινιστική, δηκτική, αλλά, πάνω απ’ όλα, ανθρώπινη ματιά της διατρέχει τη σύγχρονη, σχεδόν απάνθρωπη πραγματικότητα όπου ο έρωτας, η αγάπη και τα αυθεντικά συναισθήματα δεν έχουν κάποια θέση. Ο άντρας που περιμένει είναι το πρόσχημα για να μιλήσει για τα ανεκπλήρωτα όνειρα, την πλήξη της ομοιομορφίας με τις πανομοιότυπες συμπεριφορές, τα κλισέ λόγια και την αθεράπευτη μοναξιά της σε μια ζωή πληκτική που γεμίζει από ψεύτικες υποσχέσεις και μια ανιαρή καθημερινότητα. Η Μ.Α.Ι.Ρ.Ο.Υ.Λ.Α. είναι μια γυναίκα παθιασμένη που δεν βρίσκει τόπο να εκφραστεί και δεν έχει άλλο χρόνο να ζητήσει και να δώσει.
-
83
Η Λυδία Φωτοπούλου διαβάζει το «Είναι η αγάπη» της Λένας Κιτσοπούλου
… Είναι η αγάπη φονικό που ζωντανό σε αφήνειΕίναι η αγάπη ξενιτιά που παίρνει το παιδί σου,Μα κάθε μέρα καρτερεί μη και γυρίσει πίσωΕίν’ η αγάπη χείμαρρος που χυμά και σε συντρίβει Είν’ η αγάπη όνειρο που θέλεις για να τρέξεις,μα απ’ τη γη τα πόδια σου δεν λεν να ξεκολλήσουν.Αγάπη είναι ν’ αγαπάς όποια πληγή σού ανοίγει,Αγάπη είναι η μοναξιά που πρέπει στον καθένα,Αγάπη είναι να κοιτάς την πόρτα ολοέναΑγάπη είναι να μιλάς στα φύλλα και στα δέντρα,Στις πέτρες, στα τριαντάφυλλα, στους τοίχους, στα ταβάνια…Από μια θρυλική παράσταση, την «Γκόλφω», σε σκηνοθεσία Νίκου Καραθάνου, έρχονται αυτοί οι στίχοι της Λένας Κιτσοπούλου. «Η Λένα είχε φέρει τρεις σελίδες με στίχους για να διαλέξουμε», λέει η Λυδία Φωτοπούλου, ενώ ετοιμάζεται με τον συνθέτη Άγγελο Τριανταφύλλου στο στούντιο της LiFO.Αυτή είναι η πρώτη φορά που καταγράφεται καθαρά με τη μουσική που το συνοδεύει αυτό το μικρό διαμάντι, αυτό το ποίημα αγάπης που είπαμε ότι θέλουμε να έχουμε στις «Αναγνώσεις».Στην ορμητική «Γκόλφω» του Καραθάνου, στο Rex, η Λένα Κιτσοπούλου προσθέτει αυτούς τους στίχους που η Λυδία Φωτοπούλου τους λέει με δύναμη και δέος, σύγκορμη, τολμηρά. Στην ούτως ή άλλως πολύφυλλη γλώσσα του Περεσιάδη (κισσός πάνω από πηγή βουνού), η Λένα προσθέτει έναν αντίλαλο πόλης: «Ώστε λοιπόν και τα παλιόπαιδα του Κέντρου χάνονται στο δάσος της αγάπης. Απ’ την αγάπη δεν γλιτώνει κανείς – ούτε καν το κτήνος που ξέγραψε ο θεός... Συστήνω να το δείτε», έγραφε ο Στάθης Τσαγκαρουσιάνος το 2013 στο editorial της LiFO, δύο μέρες μετά την πρεμιέρα.Για την ιστορία, ο Γιάννης Χουβαρδάς είχε βάλει γενικό τίτλο στο Εθνικό «Τι είναι η πατρίδα μας;». Στην κουρασμένη και μελαγχολική Αθήνα του 2013 και της κρίσης, ο νυχτερινός εφιάλτης της Γκόλφως ή το πανηγυρικό της ρέκβιεμ, αυτή η εικόνα μιας κοινωνίας με κοινή καταγωγή, έγινε μια γιορτή μαυροντυμένη. Ίσως ποτέ άλλοτε μια γιορτή πένθους τόσο μαύρη, ρομαντική και υποχθόνια, αθώα και σουρεαλιστική δεν κινητοποίησε ψυχικά και δεν ξύπνησε τόσο καταλυτικά τις αισθήσεις του κοινού, που το ανέβασε σε ξέφωτα και λαγκάδια και βουνοκορφές απάτητες και το βύθισε σε αισθήματα μύχια.Η Έλλη Παπαγεωργακοπούλου έφτιαξε αυτά τα πελώρια μαύρα λιθάρια, τις μαύρες φουστανέλες, ο Άγγελος Τριανταφύλλου δημιούργησε ένα πράγμα καθαρό με τους ήχους. σαν ταξίδι ανακάλυψης.«Γράφαμε στίχους, όλοι οραματίζονταν αυτά τα βουνά και έβρισκαν μέσα τους λέξεις κάπου βαθιά αποθηκευμένες, σαν ρεμπέτικο, σαν δημοτικό, σαν λαϊκό, έχωναν βαθιά το χέρι στο στομάχι και τις έβγαζαν. Έγραψαν στίχους ο Άγγελος και η Λένα Κιτσοπούλου», λέει ο Νίκος Καραθάνος στη LiFO. «Το ζητούσε το έργο το κομμάτι αυτό, το “Είναι η αγάπη”. Είναι η συνέχεια ενός μονολόγου, χορικό πες το καλύτερα. Ξέρεις, όταν βρούμε μέσα μας μια αρχή, το να μιλήσει μέσα μας το πλήθος όλων των ανθρώπων είναι εύκολο και θαυμαστό για τον Έλληνα. Και πάντοτε, μα πάντοτε, σηκώνεται ο κόσμος όρθιος. Και λες, αλήθεια συμβαίνει αυτό; Τόσο πολύ μπορούμε να εκφραστούμε συλλογικά; Μιλάς σε πληθυντικό αριθμό, υπάρχουμε όλοι μαζί».«… Αυτές είναι από τις λίγες στιγμές που το θέατρο είναι όπως πρέπει, ένα δώρο που στέκεσαι μπροστά του και το ανοίγεις. Αυτό μου ήρθε από τις βόλτες που κάναμε στο βουνό με τον πατέρα μου και δεν μιλάγαμε. Όλο το θέατρο υφαίνεται σε ένα πέπλο ησυχίας. Οι στιγμές που υπάρχουμε μαζί χωρίς να λέμε τίποτα. Έψαχνα φωτογραφίες του πατέρα μου, τον έβλεπα στο χωριό να χορεύει με τα αδέλφια του και απλώς να υπάρχουν. Απλώς να είμαστε ο ένας με τον άλλο.Όταν κάνεις τέτοια πράγματα, ξεχνάς τι δυσκολίες έχεις, όλα είναι ευλογημένα.Δεν είχα κανένα ζητούμενο επιτυχίας, ούτε το είχα σκεφτεί, ούτε με φόβιζε όσο άλλα πράγματα. Ήταν η στιγμή μέσα στη μαυρίλα της χώρας που ζήταγες κάτι τόσο καθαρό, την ένιωθες την ανάγκη μέσα στα ψέματα που λέμε ο ένας στον άλλο. Κάποια στιγμή, είτε έργο είναι είτε ζωή, ζητάς κάτι καθαρό», λέει ο Νίκος Καραθάνος.
-
82
Ο Αργύρης Ξάφης διαβάζει 5 διηγήματα του Γιώργου Ιωάννου
Σε αυτήν τη σειρά ακούμε από το βιβλίο του «Επιτάφιος Θρήνος» την έξοχου ύφους και λεπτότητας «Δασκάλα». Από τη «Σαρκοφάγο» τα «Λιμενικά Λουτρά», ένα κομψοτέχνημα που εξερευνά την ανθρώπινη μοναξιά, την αναζήτηση της συντροφικότητας και την ερωτική επιθυμία σε λαϊκούς χώρους, μακριά από τα κοινωνικά πρότυπα. Ακούμε επίσης το «Τζέλτεν», ένα road trip του συγγραφέα στην έρημο της Λιβύης, και από την πρώτη του συλλογή, το «Για ένα φιλότιμο» (1964), με την οποία ο Ιωάννου εγκαινιάζει τη βιωματικής γλώσσας πεζογραφία του, την οποία δεν έπαψε να πρεσβεύει και να καλλιεργεί, τον αριστουργηματικό «Μπάτη». Η ανάγνωση συμπληρώνεται από τις «Νεροφίδες» που γράφτηκαν το 1973 και δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό «Τραμ» τον Ιούλιο του 1976.Ο Αργύρης Ξάφης, που ήρθε για πρώτη φορά με το έργο αυτού του σπουδαίου και παραγνωρισμένου σήμερα συγγραφέα, γοητευμένος από το ύφος τη γλώσσα και τον κόσμο του, από το πόσο «μοντέρνος» είναι, απάντησε γενναιόδωρα «θα τα διαβάσω όλα». Ιδού, λοιπόν, αυτός ο συγγραφέας έρχεται ξανά κοντά μας μέσα από μια νέα φωνή που μας μυεί στην απόλαυση της ανάγνωσης «διαμαντιών» της ελληνικής πεζογραφίας και μας δίνει ένα σήμα πώς αν σταθούμε, σκύψουμε και διαβάσουμε ή ξαναδιαβάσουμε τον Γιώργο Ιωάννου θα ανακαλύψουμε έναν θησαυρό των ελληνικών γραμμάτων με ιστορίες στοχαστικές, σχεδόν αθόρυβες, σπάνιες, σαν παύση στον βιαστικό και βίαιο καιρό μας.Πόσο βιωματική είναι η πεζογραφία του Ιωάννου; Απαντά ο ίδιος: «Λέγοντας λοιπόν βιωματική, εννοώ τη λογοτεχνία εκείνη που αντλείται από προσωπικά βιώματα του συγγραφέα [...]. Τα βιώματα πάλι δεν είναι μονάχα εκείνα που προέρχονται από την εμπειρία, αλλά και οι φαντασιώσεις και οι ισχυρές πνευματικές καταστάσεις που έχει ζήσει ο άνθρωπος [...]. Ανακουφίζομαι γράφοντας σε πρώτο πρόσωπο. Είναι για μένα κάτι σαν ψυχολογική ανάγκη. Ωστόσο τα περισσότερα από αυτά που γράφω δεν είναι βιογραφικά και δεν συνέβησαν ακριβώς έτσι, όπως μεταφέρονται στο χαρτί. Άλλωστε, στα πεζογραφήματά μου υποδύομαι και πολλά πρόσωπα που θα ήθελα να είμαι».«… Ο Ιωάννου ήταν ο διαβάτης που σύχναζε σε καφενεία, στις αγορές, στα καπνισμένα σινεμά, σε απόμερες περιοχές, ισότιμος των αρσενικών αλλά και κυνηγός. Η αναζήτηση αυτή δεν είχε μόνον σχέση με τον Άλλο αλλά με την ίδια την περιπέτεια, τη λατρεία των χώρων, τις μνήμες των τόπων, την περιδιάβαση στις σκιές και τις θολές περιοχές της ιστορίας των ανωνύμων…», γράφει ο Θόδωρος Γρηγοριάδης.Σε έναν τιμητικό τόμο για τον Γιώργο Ιωάννου που κυκλοφόρησε το 2005 από τον Κέδρο γράφει για τον συγγραφέα: «Είναι ο πεζογράφος που αυτοβιογραφήθηκε, μιλώντας ψιθυριστά, τρυφερά, εξομολογητικά για τους άλλους, συνθέτοντας τη μυθιστορία των ταπεινών. Είναι από τους λίγους λειτουργούς που μας έρχονται από τα χρόνια εκείνα, όπου το κάθε πεζογράφημα, απολεπισμένο από τα ιδιωτικά οράματα και τον συγγραφικό ναρκισσισμό, εμπεριείχε μόχθο συλλογικό και αποτύπωνε ουσία. Κι είναι επίσης ένας ευφυής παραμυθάς που αξιώθηκε όσο ελάχιστοι να υποτάξει λειτουργικά την πρωτοπρόσωπη αφήγηση στην αντικειμενική ιστόρηση, πλάθοντας ένα Εγώ λιωμένο στο Εμείς»… γράφει η Σταυρούλα Παπασπύρου στη στήλη «Πίσω Ράφι» της LiFO.Λίγα λόγια για τον Γιώργο ΙωάννουΟ ποιητής και πεζογράφος Γιώργος Ιωάννου (1927-1985) γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη από γονείς πρόσφυγες με καταγωγή από την Ανατολική Θράκη. Σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή και εργάστηκε ως καθηγητής σε ιδιωτικά σχολεία της Αθήνας και της επαρχίας, μέχρι τον διορισμό του στη δημόσια μέση εκπαίδευση. Το 1962 στάλθηκε από την υπηρεσία του στη Βεγγάζη της Λιβύης, όπου ίδρυσε ελληνικό γυμνάσιο.Πρώτο βιβλίο του, η μικρή ποιητική συλλογή «Ηλιοτρόπια» (Θεσσαλονίκη, 1954). Η δεύτερη συλλογή του, «Τα χίλια δέντρα», εκδόθηκε το 1963 («Διαγώνιος»). Το 1964 κυκλοφόρησε το πρώτο του βιβλίο πεζογραφημάτων με τίτλο «Για ένα φιλότιμο» και από τότε αποφάσισε να αφοσιωθεί σχεδόν αποκλειστικά στην πεζογραφία. Ακολούθησαν: «Η σαρκοφάγος» (1971), «Η μόνη κληρονομιά» (1974), «Το δικό μας αίμα» (1978), «Επιτάφιος θρήνος» (1980), «Ομόνοια» (1980), «Κοιτάσματα» (1981), «Πολλαπλά κατάγματα» (1981), «Εφήβων και μη» (1982), «Καταπακτή» (1982), «Εύφλεκτη χώρα» (1982) και «Η πρωτεύουσα των προσφύγων» (1984), που αποτέλεσε το τελευταίο πεζογραφικό έργο του. Εξέδωσε επίσης το θεατρικό έργο για παιδιά «Το αυγό της κότας» (1981) που ανέβηκε στο Εθνικό Θέατρο. Μετά τον θάνατό του εκδόθηκε και το παιδικό ανάγνωσμα «Ο Πίκος και η Πίκα» (1986).Παράλληλα, ασχολήθηκε και με τα δημιουργήματα του λαϊκού λόγου. Εξέδωσε, με εισαγωγές, σχόλια και γλωσσάρια, τις παρακάτω εργασίες: «Τα δημοτικά μας τραγούδια» (1966), «Μαγικά παραμύθια του ελληνικού λαού» (1966), «Παραλογές» (1970), «Καραγκιόζης» (1971-1972, τόμοι 3), «Παραμύθια τού λαού μας» (1973). Τα κείμενα των συλλογών επιλέχθηκαν με λογοτεχνικά κριτήρια.Μετέφρασε και σχολίασε την τραγωδία του Ευριπίδη «Ιφιγένεια η εν Ταύροις» (1969), το ΧΙΙ βιβλίο της Παλατινής Ανθολογίας, που έχει τον τίτλο «Στράτωνος Μούσα Παιδική» (1980), καθώς και το ιστορικό δοκίμιο του Τάκιτου «Γερμανία» (1981). Το 1985 εκδόθηκαν τα δοκίμιά του για τον Παπαδιαμάντη, τον Καβάφη και τον Λαπαθιώτη με τίτλο «Ο της φύσεως έρως» και το 1996 οι συνεντεύξεις του (1974-1985), με τίτλο «Ο λόγος είναι μεγάλη ανάγκη της ψυχής».Ήταν βασικός συνεργάτης του περιοδικού «Διαγώνιος» (1958-1965), εξέδιδε το περιοδικό «Φυλλάδιο», το οποίο έγραφε ολόκληρο μόνος του (1978-1985, τεύχη 1-8), και συνεργάστηκε με το μαθητικό περιοδικό «Ελεύθερη Γενιά» (1976-1982). Το 1982 κυκλοφόρησε από τη Lyra ο δίσκος βινυλίου «Κέντρο διερχομένων» με στίχους δικούς του και μουσική του Νίκου Μαμαγκάκη.Η συνεργασία του με ελληνικές εφημερίδες και περιοδικά ήταν πολύ τακτική. Ποιήματά του καθώς και πεζογραφήματά του μεταφράστηκαν και δημοσιεύτηκαν σε αγγλικά και γαλλικά περιοδικά.Το 1979 του απονεμήθηκε το Α´ Κρατικό Βραβείο Διηγήματος για το «Δικό μας αίμα».Ο Γιώργος Ιωάννου θεωρείται εισηγητής του σύντομου πεζογραφήματος που ταξινομείται μεταξύ του δοκιμίου και της αφήγησης των ψυχικών περιπετειών του ομιλούντος προσώπου. Το νέο αυτό λογοτεχνικό είδος καθώς και οι γενικότερες αισθητικές αρχές του Γιώργου Ιωάννου άσκησαν σημαντική επίδραση στη σύγχρονη ελληνική πεζογραφία. Ο λόγος του έχει προέλευση βιωματική. Υποστήριζε ότι καλή λογοτεχνία δεν μπορεί να γραφτεί όταν ο λόγος δεν έχει βιωματικό βάρος και ο λογοτέχνης δεν τον έχει ψηλαφίσει με την ψυχή του και το πνεύμα του. (πηγή: εκδόσεις Κέδρος).Αφιερώνουμε την ανάγνωση στη Φανή Ξάφη.
-
81
Ζυμώνοντας ψωμί και ταριχεύοντας έναν νεκρό στην αρχαία Αίγυπτο
Από όλους τους ενδιαφέροντες λαούς του αρχαίου κόσμου, φαίνεται ότι οι αρχαίοι Αιγύπτιοι ασκούν μια ιδιαίτερη γοητεία στον σύγχρονο κόσμο. Κατεστραμμένα μνημεία καλυμμένα με μια συναρπαστική γραφή, πελώριοι ναοί και πυραμίδες, και απίστευτα αρχαιολογικά ευρήματα: αυτά συνθέτουν το μυστήριο που περιβάλλει μια πραγματικά παλιά κοινωνία που έχει εν πολλοίς εκλείψει. Οι περισσότεροι Αιγύπτιοι ζούσαν μια σχετικά απλή ζωή, αγαπούσαν τη χώρα τους και πίστευαν ότι ήταν το καλύτερο μέρος επάνω στη Γη. Την αποκαλούσαν Κεμέτ ή Μαύρη Γη, αναφερόμενοι στο πλούσιο γόνιμο έδαφος στις όχθες του ζωτικού ποταμού της, ο οποίος διασχίζει μακρινές περιοχές στον βορρά και φτάνει μέχρι τον νότο, για να χυθεί τελικά σε μια μεγάλη θάλασσα.Σε σύγκριση με την αρχαία Αθήνα και τη Ρώμη, άλλους δύο σπουδαίους πολιτισμούς του αρχαίου κόσμου, η Αίγυπτος δεν μας έχει αφήσει πολλά και διαφορετικά κείμενα τα οποία θα μας βοηθούσαν να κατανοήσουμε σε βάθος οτιδήποτε σχετικό μπορεί να μας ενδιαφέρει. Ο μέσος Αιγύπτιος ήταν αναλφάβητος και τα περισσότερα κείμενα που σώζονται σήμερα αφορούν βασιλικά, θρησκευτικά και ταφικά θέματα. Ωστόσο, έχουν φτάσει στα χέρια μας αρκετά στοιχεία τα οποία επιτρέπουν στους αιγυπτιολόγους να απεικονίσουν με εύλογο τρόπο τις διάφορες πτυχές του πολιτισμού της Αιγύπτου, μαζί με ποικίλες σκόρπιες προσωπικές επιστολές και πραγματείες για θέματα όπως η ιατρική. Η πρακτική της ζωγραφικής ή της λάξευσης σκηνών της καθημερινής ζωής στους τοίχους των τάφων της ελίτ –οράματα μιας μεταθανάτιας ζωής σε μια τελειοποιημένη εκδοχή του κόσμου στον οποίο ζούσαν όσο ήταν ζωντανοί– έχει βοηθήσει πάρα πολύ τους μελετητές. Το ίδιο ισχύει και για το έθιμο σύμφωνα με το οποίο οι αρχαίοι Αιγύπτιοι τοποθετούσαν στους τάφους φαγητά, ρούχα, έπιπλα και άλλες προμήθειες. Επίσης, έχουν σωθεί μερικά εγκαταλειμμένα χωριά που είχαν χτιστεί για να διευκολυνθεί η διεξαγωγή έργων όπως η κατασκευή πυραμίδων και βασιλικών τάφων. Οι ανασκαφές σε αυτά έχουν φέρει στο φως σημαντικά και πολύτιμα στοιχεία που μας βοηθούν να κατανοήσουμε τον τρόπο ζωής τους. Ο αρχαιολόγος και συγγραφέας DonaldP. Ryan έχει βασιστεί στα ευρήματα ανασκαφών από κάθε περιοχή της Αιγύπτου για να δημιουργήσει 24 ιστορίες από την καθημερινή ζωή των αρχαίων Αιγυπτίων – φανταστικές ιστορίες με ανθρώπους κάθε ιδιότητας και κοινωνικής τάξης που θα μπορούσαν, όμως, να είναι αληθινές. Εδώ ακούσετε δύο από αυτές.Το βιβλίο του DonaldP. Ryan «24 ώρες στην Αρχαία Αίγυπτο, περνώντας μια μέρα με τους κατοίκους της» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Οξύ σε μετάφραση της Ιωάννας Χονδρού.Εκφώνηση: Μαρία Δρουκοπούλου
-
80
Κόκκινο, το χρώμα που ορίζει την ανθρώπινη ψυχή
Το 2015 ξέσπασε σάλος στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης γύρω από ένα φόρεμα. Οι μισοί το περιέγραφαν ως μπλε με μαύρο, ενώ οι άλλοι μισοί ως λευκό με χρυσό. Αυτό φυσικά έδειξε αφενός πόσο υποκειμενικό είναι το χρώμα, αφετέρου πόση αμηχανία νιώθουμε όταν πρέπει να ορίσουμε μια απόχρωση. Συχνά ξεχνάμε πόσο σημαντικό είναι το χρώμα στη ζωή μας. Αν όμως σκεφτούμε τους φωτεινούς σηματοδότες που ρυθμίζουν την κυκλοφορία, αν προσπαθήσουμε να μιλήσουμε για τα μάτια ενός αγαπημένου μας προσώπου, καταλαβαίνουμε πόσο καταλυτικό ρόλο έχει στην καθημερινότητά μας.Στο βιβλίο «Τα Χρώματα και οι Μυστικές ζωές τους» της Kassia St Clair αναλύονται εβδομήντα επτά αποχρώσεις που έχουν ενταχθεί στις ευρύτερες κατηγορίες των χρωμάτων του ορατού φάσματος. Από το nude φόρεμα της Μισέλ Ομπάμα μέχρι το καφέ στις στρατιωτικές στολές που άλλαξαν τον τρόπο που διεξάγονται οι μάχες, από τη γαλάζια περίοδο του Πικάσο μέχρι την ώχρα που χρησιμοποιούσε ο παλαιολιθικός άνθρωπος στα τοιχώματα των σπηλαίων -όλες αυτές οι συναρπαστικές ιστορίες φωτίζουν αθέατες πλευρές των χρωμάτων και μας μυούν στη γοητεία τους. Μέσα από ιστορίες συναρπαστικές έως και απίστευτες κάνει μια μελέτη πάνω στην αλληλένδετη σχέση μεταξύ ανθρώπινης ιστορίας και χρώματος.Αυτή είναι η ιστορία των πιο βασικών αποχρώσεων του κόκκινου, ένα χρώμα που επιδρά περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο στην ανθρώπινη ψυχή.Το βιβλίο «Τα Χρώματα και οι Μυστικές ζωές τους» της Kassia St Clair κυκλοφορεί από τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης.
-
79
Άντονι Μπουρντέν είδε να σφάζουν ένα γουρούνι (και το έφαγε)
Ο Άντονι Μπουρντέν, μάγειρας-ταξιδευτής μια ζωή και συγγραφέας του μπεστ σέλερ «Κουζίνα Εμπιστευτικό», ξεκινάει να κάνει τον γύρο του κόσμου. Αλλά μια και πρόκειται για τον Μπουρντέν, δεν υπάρχει περίπτωση να μιλήσουμε για έναν συμβατικό γύρο του κόσμου. Εμπνευσμένος από το «Ανακάλυψη τώρα», ο αποκαλούμενος και «Τζακ Κέρουακ της μαγειρικής» παίρνει τον δρόμο για τη Σαϊγκόν και την Πνομ Πενχ, αλλά τον βρίσκουμε και στο Τόκιο, στην Αγία Πετρούπολη, στην Πορτογαλία, στο Μαρόκο, στο Μεξικό, στο Λονδίνο και στο Εδιμβούργο.Στα ταξίδια του, είτε βρίσκεται σ’ ένα βιετναμέζικο εστιατόριο όπου οι πελάτες διασχίζουν την τραπεζαρία καβάλα σε σκούτερ, είτε σε κάποιο εκπληκτικό πανηγύρι σε ένα απομακρυσμένο χωριό του Μεξικού, είτε παρίσταται σε μεσαιωνικού τύπου χοιροσφάγια στη Βόρεια Πορτογαλία, ανακαλύπτει αδιάκοπα τη μαγική επίδραση του φαγητού και τη δύναμή του να φέρνει τους ανθρώπους κοντά. Το ζητούμενο είναι πάντα η γαστρονομία στην πιο ουσιαστική της διάσταση: την απόλαυση της τροφής. Δεν έχει σημασία αν αυτό γίνεται σε κάποιο εξαιρετικό εστιατόριο ή στην ύπαιθρο όπου οι άνθρωποι τρώνε με τα χέρια. Το θέμα είναι τα αγνά υλικά, η εφευρετική διάθεση, η καλή παρασκευή και η απόλαυση με εγκάρδια παρέα.Το βιβλίο «Η περιπλάνηση ενός μάγειρα» είναι μια συναρπαστική ταξιδιωτική περιπέτεια με στόχο το τέλειο γεύμα, όπου ο πανούργος συγγραφέας επιφυλάσσεται μέχρι το τέλος να αποκαλύψει αν το βρήκε πουθενά και αν τελικά υπάρχει. Το βιβλίο του Άντονι Μπουρντέν «Η περιπλάνηση ενός μάγειρα» κυκλοφόρησε το 2003 από τις εκδόσεις Νάρκισσος.Διαβάζει ο ηθοποιός Απόστολος Καμιτσάκης
-
78
Όταν τα δέντρα διψούν, «ψιθυρίζουν» το ένα στο άλλο
Το δάσος είναι αγαπημένος προορισμός για πολλούς ανθρώπους. Αποτελεί συνώνυμο της γαλήνης και της παρθένας φύσης. Η «Μυστική ζωή των δέντρων» του διακεκριμένου δασολόγου και συγγραφέα Πέτερ Βόλεμπεν, ένα βιβλίο που πρωτοεκδόθηκε στη Γερμανία το 2016 και έχει κυκλοφορήσει σε 35 γλώσσες, ρίχνει φως στην πυκνή βλάστηση του δάσους και εμβαθύνει εντυπωσιακά σε ένα σύμπαν μυστηριώδες και εντελώς άγνωστο για τους περισσότερους. Στο δάσος συμβαίνουν εκπληκτικά πράγματα: τα δέντρα επικοινωνούν μεταξύ τους. Δεν μεγαλώνουν μόνο στοργικά τα μικρά τους, αλλά επίσης φροντίζουν τους ηλικιωμένους και άρρωστους γείτονές τους. Τα δέντρα έχουν μνήμη, ανταλλάσσουν μηνύματα, αισθάνονται πόνο, παθαίνουν εγκαύματα από τον ήλιο και κάνουν ρυτίδες. Κάποια δέντρα, όπως οι βελανιδιές, επικοινωνούν μεταξύ τους με χημικές αρωματικές ουσίες. Όταν, για παράδειγμα, ένα δέντρο δεχτεί επίθεση από έντομα, εκπέμπει αρωματικές ουσίες και όλα τα δέντρα της ευρύτερης περιοχής που λαμβάνουν το μήνυμα αυτό οπλίζονται κατάλληλα... Συνεργάζονται για να επιβιώσουν, έχουν βρει τρόπους να ξεδιψούν και εκπαιδεύονται για να αντέξουν ακόμα και στη χειρότερη ανυδρία. Αυτός είναι ο μηχανισμός επιβίωσης στην ξηρασία, ένα «σχολείο» όπου η βία είναι βασικός παράγοντας, γιατί η φύση είναι αυστηρή δασκάλα. Το βιβλίο «Η μυστική ζωή των δέντρων» του Πέτερ Βόλεμπεν κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη σε μετάφραση της Γιώτας Λαγουδάκου. Εκφώνηση: Μαρία Δρουκοπούλου
-
77
Όργια στην Αρχαία Ελλάδα
Για τη λογοτεχνία, τις τέχνες αλλά και τη γραμματολογία, το ενδιαφέρον για το ερωτικό στοιχείο δεν είναι ασφαλώς καθόλου όψιμο, όσο κι αν από γεωγραφικής και πολιτισμικής άποψης τα ερωτικά και σεξουαλικά ήθη μοιάζουν να ποικίλλουν θεαματικά ανά τους αιώνες. Το όργιο είναι ένα οργανωμένο ξέσπασμα ενεργητικότητας, η εκτόνωση της ενέργειας που έχει συσσωρευτεί από την εγκράτεια και τον περιορισμό, και ως τέτοιο τείνει να έχει μια φύση καθαρτική. Κάθε είδος περιορισμού παράγει και τις εντάσεις του. O άνθρωπος βρίσκεται στην άβολη θέση να διαθέτει τόσο πολιτισμένες όσο και ζωικές ροπές που πρέπει με τον έναν ή τον άλλο τρόπο να συμφιλιωθούν, συνήθως εις βάρος των δεύτερων. Όμως η αυξανόμενη πίεση δεν μπορεί να συγκεντρώνεται απεριόριστα και οδηγεί τελικά στην απελευθέρωση από κάθε είδους ένταση, δηλαδή το όργιο. Πολλά όργια δεν χαρακτηρίζονται ως τέτοια. Οι πόλεμοι, από μια άποψη, είναι μια ακραία και δυσάρεστη μορφή οργίου. Χαμηλότερα στην κλίμακα θα συναντήσουμε τους καβγάδες στις φιλικές συντροφιές, τα παιχνίδια των χρηματιστών, τις μικρές συζυγικές απιστίες.Το όργιο υπηρετεί έναν ωφέλιμο σκοπό, όχι μόνο παρέχοντας μια ανακούφιση από την ένταση που προκαλεί η εγκράτεια, αναγκαία ή μη, αλλά και γιατί, από την άλλη, επανενεργοποιεί μια όρεξη για μονότονες εγκράτειες που συνιστούν αναπόφευκτο μέρος της καθημερινής ζωής. Γι’ αυτόν τον λόγο χρησιμοποιήθηκε από τόσο διαφορετικές ομάδες όπως οι πολίτες της Αρχαίας Ελλάδας και (πιο απρόθυμα) από τη μεσαιωνική χριστιανική εκκλησία.Ο Μπούργκο Πάρτριτζ παρακολουθεί την εξέλιξη των οργίων στον δυτικό κόσμο, από τα «παραδοσιακά» όργια των Ελλήνων και των Ρωμαίων, αυτά που γίνονταν στον Μεσαίωνα και την Αναγέννηση, τον δέκατο όγδοο αιώνα και στη βικτοριανή Αγγλία, και σε ορισμένους μυστικιστικούς κύκλους των αρχών του αιώνα μας - μέχρι και σε «αδελφότητες» του Ρασπούτιν στην τσαρική Ρωσία και του Άλιστερ Κρόουλι στην Αγγλία και τη Σικελία.Ακολουθεί ένα απόσπασμα για την πρακτική των Ελλήνων κατά την κλασική αρχαιότητα.
-
76
Πώς το λαβράκι ιχθυοτροφείου έγινε το πιο δημοφιλές ψάρι του κόσμου
Η σχέση μας με τη θάλασσα έχει αλλάξει εντελώς τα τελευταία χρόνια. Τέσσερις δεκαετίες μόνο έχουν περάσει από την εποχή που σχεδόν οτιδήποτε προμηθευόμαστε από αυτήν ως τροφή ήταν άγριο αλίευμα. Σήμερα, η καταστροφική υπεραλίευση μαζί με μια άνευ προηγουμένου επανάσταση στη βιοτεχνολογία μάς έχουν φέρει στο σημείο όπου τα άγρια ψάρια και αυτά που προέρχονται από υδατοκαλλιέργειες καταλαμβάνουν πλέον ίσα μέρη μιας πολύπλοκα δομημένης αγοράς. Βρισκόμαστε μπροστά σ’ έναν νέο κατακλυσμό, κοντά στο χρονικό σημείο μετά το οποίο οι επόμενες γενιές δεν θα είναι σε θέση να γευτούν ένα αληθινά άγριο ψάρι που κολύμπησε ελεύθερο στη θάλασσα.Στα «Τέσσερα Ψάρια», ο Paul Greenberg, βραβευμένος συγγραφέας και μανιώδης ψαράς από τα παιδικά του χρόνια, καλεί τους αναγνώστες σε ένα επιστημονικό, γαστριμαργικό, οικονομικό και συχνά λυρικό ταξίδι γνωριμίας με τα τέσσερα ψάρια που κυριαρχούν στη διατροφή μας σήμερα − τον τόνο, τον σολομό, το λαβράκι και τον μπακαλιάρο. Εξετάζει την ιστορία τους και διερευνά την κατάσταση στην οποία βρίσκεται το καθένα σήμερα, επισημαίνοντας πως η ανθρωπότητα εξημερώνει τώρα τους ωκεανούς − όπως έκανε σε περασμένες εποχές με τα χερσαία οικοσυστήματα, τους κάμπους και τα λιβάδια. Τα ψάρια, αποκαλύπτει ο Greenberg, είναι πράγματι «η τελευταία άγρια τροφή στον πλανήτη!»Τα «Τέσσερα Ψάρια» είναι ένα βιβλίο-πλοηγός που μας βοηθά να ταξιδέψουμε στο νέο τοπίο που διαμορφώνεται σήμερα στις θάλασσες και στο τραπέζι μας και να συνειδητοποιήσουμε τη διαστρεβλωμένη σχέση μας με τον ωκεανό και την άγρια ζωή του. Από τα τέσσερα ψάρια, το λαβράκι είναι αυτό που εκτρέφεται και στα ελληνικά ιχθυοτροφεία, και η ιστορία του έχει μεγάλο ενδιαφέρον.Το βιβλίο του Paul Greenberg «Τέσσερα Ψάρια» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΚΟΑΝ.
-
75
Ο Χάρης Φραγκούλης διαβάζει τρία Σονέτα του Ουίλιαμ Σαίξπηρ
18.Σε μέρα θερινή πώς να σε βάλω πλάι;Την ξεπερνάς σε ομορφιά, σ’ απαλοσύνη∙ Σκορπίζει ο άνεμος τα πέταλα του Μάη,Λίγο διαρκεί το καλοκαίρι κι αργοσβήνει.Το μάτι τ’ ουρανού κάποτε φλόγες βγάζειΚι είναι συχνά θαμπό τ’ ολόχρυσό του χρώμα∙ Ό, τι είναι όμορφο απ’ την ομορφιά του αδειάζει,Στου κύκλου τα γυρίσματα πέφτει στο χώμα.Αιώνιο θα ’ναι το δικό σου καλοκαίρι,Θα σου ανήκει πάντοτε η ομορφιά σου,Μες στη σκιά του ο Θάνατος δε θα σε φέρει,Σ’ αιώνιες γραμμές φέγγει η συνέχειά σου. Όσο οι ανθρώποι ζουν, το μάτι όσο αντικρίζει, Θα ζει το ποίημα αυτό ζωή να σου χαρίζει. 20 Γυναίκας πρόσωπο βαμμένο από τη φύση∙Κύριος κυρία είσαι, πάθος σε καλώ∙Αβρή καρδιά γυναίκας, που όμως δε γνωρίζειΝ’ αλλάζει ολοένα τρόπους και μυαλό.Το μάτι πιο αστραφτερό από εκείνες έχεις,Πιο σταθερό, χρυσό σκορπάει σ’ ό,τι κι αν δει∙Με όψη άντρα, τις όψεις ολωνών ελέγχεις,Κλέβεις αντρών ματιές και γυναικών ψυχή.Γυναίκα να ’σαι η φύση σ’ είχε πρωτοπλάσει,Κι έτσι όπως σ’ έφτιαχνε σ’ αγάπησε τρελά,Και τότε εμένα θέλοντας να ξεγελάσειΠρόσθεσε κάτι άχρηστο για τα καλά.Μ’ αυτό, οι γυναίκες σε ζητούνε ολοένα∙Δίνε ηδονή σ’ αυτές, αγάπη όμως σε μένα. 29 Όταν η Τύχη με χτυπά και οι ανθρώποι.Όταν διωγμένος και κατάμονος θρηνώ,Βγάζω κραυγές προς την ουράνια μετόπη,Τη μοίρα βλαστημώ, με βλέπω και πονώ,Διψώντας να ’χω στη ζωή πλούσιες ελπίδες,Τους φίλους του ενός και του άλλου τη μορφή,Την τέχνη εκείνων, του μυαλού τους τις βαθμίδες,Κι ό, τι έδινε χαρά, τώρα χαρά στυφή∙Κι όπως σχεδόν περιφρονώ τον εαυτό μου,Σε συλλογίζομαι, και τότε αρχινώ, Σαν τον κορυδαλλό μπρος στην πύλη του έβδομουΟυρανού, να τραγουδώ ύμνο εωθινό. Η σκέψη του έρωτά σου με πλουτίζει μόνο.Τη μοίρα μου δε θ’ άλλαζα ούτε με θρόνο.
-
74
Η Καλλιρρόη Παρούση διαβάζει ένα απόσπασμα από το «Λίγα λόγια για μένα»
Η νέα γενιά συγγραφέων διαβάζει καλοκαιρινά αποσπάσματα των έργων τους για το κοινό της LiFO. Η Καλλιρρόη Παρούση διαβάζει ένα απόσπασμα από το μυθιστόρημα «Λίγα λόγια για μένα» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Τόπος, στο πλαίσιο της σειράς podcasts «Καλοκαιρινές Αναγνώσεις».Επιμέλεια: M. Hulot, Μερόπη Κοκκίνη
-
73
Η Χαρά Ρόμβη διαβάζει το διήγημα «Θεία»
Η νέα γενιά συγγραφέων διαβάζει καλοκαιρινά αποσπάσματα των έργων τους για το κοινό της LiFO. Η Χαρά Ρόμβη διαβάζει το διήγημά το διήγημα «Θεία» από τη συλλογή «Σωτηρία» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Αντίποδες, στο πλαίσιο της σειράς podcasts «Καλοκαιρινές Αναγνώσεις». Επιμέλεια: M. Hulot, Μερόπη Κοκκίνη
-
72
Ο Κώστας Μιχόπουλος διαβάζει ένα απόσπασμα από το «Όλα χαμένα»
H νέα γενιά συγγραφέων διαβάζει καλοκαιρινά αποσπάσματα των έργων τους για το κοινό της LiFO. O Κώστας Μιχόπουλος διαβάζει ένα απόσπασμα από τη νουβέλα «Όλα χαμένα» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Νήσος, στο πλαίσιο της σειράς podcasts «Καλοκαιρινές Αναγνώσεις». Επιμέλεια: M. Hulot, Μερόπη Κοκκίνη
-
71
O Αχιλλέας III διαβάζει το «Εκείνος και ο άλλος»
Η νέα γενιά συγγραφέων διαβάζει καλοκαιρινά αποσπάσματα των έργων τους για το κοινό της LiFO.O Αχιλλέας ΙΙΙ διαβάζει το «Εκείνος και ο άλλος» ένα αδημοσίευτο διήγημα του από τη συλλογή «Αστεγανά» η οποία αναμένεται να κυκλοφορήσει μέσα στο 2025, στο πλαίσιο της σειράς podcasts «Καλοκαιρινές Αναγνώσεις».Επιμέλεια: M. Hulot, Μερόπη Κοκκίνη
-
70
Η Ερωφίλη Κόκκαλη διαβάζει τα «Μακροβούτια ψυχής στην πλαζ της Εδέμ»
Η νέα γενιά συγγραφέων διαβάζει καλοκαιρινά αποσπάσματα των έργων τους για το κοινό της LiFO. Η Ερωφίλη Κόκκαλη διαβάζει το διήγημά της «Μακροβούτια ψυχής στην πλαζ της Εδέμ» από τη συλλογή «Λόλα Καραμπόλα» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Έρμα, στο πλαίσιο της σειράς podcasts «Καλοκαιρινές Αναγνώσεις». Επιμέλεια: M. Hulot, Μερόπη Κοκκίνη
-
69
O Γιάννης Παλαβός διαβάζει το διήγημα «Γιάννης»
H νέα γενιά συγγραφέων διαβάζει καλοκαιρινά αποσπάσματα των έργων τους για το κοινό της LiFO. O Γιάννης Παλαβός διαβάζει το διήγημά «Γιάννης» από τη συλλογή «Το παιδί» που θα επανακυκλοφορήσει τον Σεπτέμβρη από τις εκδόσεις Ίκαρος, στο πλαίσιο της σειράς podcasts «Καλοκαιρινές Αναγνώσεις». Επιμέλεια: M. Hulot, Μερόπη Κοκκίνη
-
68
O Φώτης Μανίκας διαβάζει το διήγημα «Μπορεί να ήταν και κοτσύφια»
Η νέα γενιά συγγραφέων διαβάζει καλοκαιρινά αποσπάσματα των έργων τους για το κοινό της LiFO.O Φώτης Μανίκας διαβάζει το διήγημα «Μπορεί να ήταν και κοτσύφια» από τη συλλογή διηγημάτων «Δεν θυμάμαι να υπήρχε κάποια πόρτα κοντά μας» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Loggia, στο πλαίσιο της σειράς podcasts «Καλοκαιρινές Αναγνώσεις».
-
67
Ο Μάκης Μαλαφέκας διαβάζει ένα απόσπασμα από το «Deep Fake»
Η νέα γενιά συγγραφέων διαβάζει καλοκαιρινά αποσπάσματα των έργων τους για το κοινό της Lifo. Ο Μάκης Μαλαφέκας διαβάζει ένα απόσπασμα από το μυθιστόρημά του «Deep Fake», το τρίτο βιβλίο περιπετειών του Μιχάλη Κρόκου, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Αντίποδες, στο πλαίσιο της σειράς podcasts με καλοκαιρινές Αναγνώσεις.
-
66
Η Σοφία Φιλιππίδου διαβάζει την «Εποχή Αντιπάθειας» της Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ
Η αντιπάθεια απλώνεται σαν πανώληαντίπαλος είναι του πάθουςεχθρός της συμπόνιας.Τα ζώα που με ημέρευαν-όλα τ' αγαπούσα-σέρνονται τώρα σαν φίδιαστέκονται σαν αρπαχτικάμε γουρλωμένα μάτιακαι μήνυμα μου στέλνουνπως ό,τι ζει δεν είναι πάντα για καλόκι ό,τι πεθαίνειδεν είναι πάντα απελπισία.Οι άντρεςμε τα προκλητικά παντελόνιαυφάσματα τεντωμένα με φαντασίαελαφρά αξύριστοιμε την έξυπνη ματιάπου μεταμορφωνόταν σε κτηνώδηκαι χυνόταν πηχτήστα λευκά σεντόνιαβουλιάζουνστα μουχλιασμένα νερά της μνήμηςκι ούτε λίγη συμπάθειαδεν αφήνουν πίσω τουςλίγο δέος για τα κατορθώματά τους.Και οι γυναίκες, οι φιλενάδες,που μαζί πλέκαμε τον ιστό της ζωήςγελάγαμε με κάθε στραβο-βελονιάκι άνθιζαν τα απόρρητα μυστικάστα λαμπερά χείλη μαςεμείς, που στα σπλάχνα μαςνιώθαμε την παρουσία μας στη γησημαντικήακόμη κι αν μόλις είχε βροντήξειπίσω του την πόρτα «εκείνος»,έγιναν κουραστικές κυρίεςμε εμμονές, μανίες νοικοκυροσύνηςή απελπισμένες κινήσειςγια να προλάβουν το τελευταίο τρένοτης διασημότητας.Αλλά τη φοβερότερη αντιπάθειατη νιώθεις για κείνονπου τα νιώθει όλ' αυτάλες κι ήταν αυτός κάποιο ανώτερο ονλες κι είχε φτεράκαι πετούσε πάνω από νεκρούςφιλοδοξίες και απορρίμματαλες κι ήτανο δικός σου εαυτόςλιγότερο άχρηστος και αντιπαθητικός.
-
65
H τελευταία ηχογράφηση του Κωνσταντίνου Τζούμα
Ηχογραφήθηκε στις 25 Αυγούστου του 2021 με σκοπό να μεταδοθεί από το ραδιόφωνο όσο ήταν εν ζωή ο Κωνσταντίνος Τζούμας και μετά τον απρόσμενο θάνατό η ιδέα του έμεινε στο «αρχείο», όπως και το ντοκουμέντο της ηχογράφησης. Και τώρα, δύο χρόνια μετά, παρουσιάζεται για πρώτη φορά από τα podcast της LIFO, ανήμερα της επετείου του θανάτου του. Η εμβληματική φυσιογνωμία της Diane Vreeland, η οποία απολύθηκε από τη Vogue, μας διηγείται ιστορίες από την πολυτάραχη ζωή της και πώς κατέληξε να διοργανώνει περιοδικές εκθέσεις μόδας στα μεγαλύτερα μουσεία του κόσμου. Αγαπημένη της φράση, ως διευθύντρια του περιοδικού Vogue, είναι «Δεν πουλάω ρεαλισμό αλλά μαγεία». «ΖΩΗ ΣΤΑ ΚΟΚΚΙΝΑ»Σκηνική σύνθεση εμπνευσμένη από το «Vogue» του Μαρκ Χάμπτον και της Μαίρη Λουίζ Γουίλσον σε μετάφραση Μαριλένας ΠαναγιωτοπούλουΣκηνοθεσία: Σπύρος ΑλιδάκηςΜουσική - Επιμέλεια Ήχου: Γιάννης ΛούκοςΗθοποιοί: Κωνσταντίνος Τζούμας, Σμαράγδα ΑδαμοπούλουΕυχαριστούμε τον πολιτιστικό οργανισμό «Λυκόφως»
-
64
Έξι νύχτες στην Ακρόπολη
H ηθοποιός Άννα Κοκκίνου διαβάζει την Έκτη νύχτα από το μυθιστόρημα του Γιώργου Σεφέρη «Έξι νύχτες στην Ακρόπολη»
-
63
Μια χειρονομία για την Ουκρανία
Ένα podcast εξ αφορμής των Ελεύθερων Πολιορκημένων του Διονύσιου Σολωμού αποκλειστικά για τη LIFO, βασισμένο στη διπλωματική εργασία Υποκριτικής της Λίλης Αδρασκέλα. Πρώτη παρουσίαση στο Τμήμα Καλών Τεχνών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης στις 10 και 11 Απριλίου, επέτειο της Πτώσης του Μεσολογγίου. Σκηνοθετική επιμέλεια: Μιχαήλ ΜαρμαρινόςΔραματουργική επιμέλεια - Εκφώνηση: Λίλη ΑδρασκέλαΜουσική σύνθεση: Νείλος Καραγιάννης
-
62
Ο Γιώργος Ιωάννου διαβάζει το διήγημά του «Το μαγνητόφωνο της ταβέρνας»
Από την σπάνια ηχογράφηση του 1982 για την κασέτα της εταιρείας Ο Λόγος, σε επιμέλεια Ρηνιώς Παπανικόλα
-
61
Ο Γιώργος Ιωάννου διαβάζει το διήγημά του « Παναγία η Ρευματοκρατόρισσα»
Από την σπάνια ηχογράφηση του 1982 για την κασέτα της εταιρείας Ο Λόγος, σε επιμέλεια Ρηνιώς Παπανικόλα. Το 1982 είχε κυκλοφορήσει από την Ελληνική Φωνογραφία και στη σειρά Ο Λόγος, μια κασέτα στην οποία ο μεγάλος Έλληνας πεζογράφος Γιώργος Ιωάννου διάβαζε πέντε διηγήματά του. Η παραγωγή και μουσική επιμέλεια ήταν της Ρηνιώς Παπανικόλα. Η τεχνική επιμέλεια της Πίτσας Eichheim. H ηχογράφηση είχε γίνει στο STUDIO ERA. Η σπάνια και προ πολλού εξαφανισμένη κασέτα, βρέθηκε στο αρχείο ενός φίλου της LIFO και το σπουδαίο αυτό ντοκουμέντο μπορεί να φτάσει σε μια νέα γενιά ακροατών.
-
60
Ο Γιώργος Ιωάννου διαβάζει το διήγημά του «Ομίχλη»
Από την σπάνια ηχογράφηση του 1982 για την κασέτα της εταιρείας Ο Λόγος, σε επιμέλεια Ρηνιώς Παπανικόλα. Το 1982 είχε κυκλοφορήσει από την Ελληνική Φωνογραφία και στη σειρά Ο Λόγος, μια κασέτα στην οποία ο μεγάλος Έλληνας πεζογράφος Γιώργος Ιωάννου διάβαζε πέντε διηγήματά του. Η παραγωγή και μουσική επιμέλεια ήταν της Ρηνιώς Παπανικόλα. Η τεχνική επιμέλεια της Πίτσας Eichheim. H ηχογράφηση είχε γίνει στο STUDIO ERA. Η σπάνια και προ πολλού εξαφανισμένη κασέτα, βρέθηκε στο αρχείο ενός φίλου της LIFO και το σπουδαίο αυτό ντοκουμέντο μπορεί να φτάσει σε μια νέα γενιά ακροατών.
-
59
Ο Γιώργος Ιωάννου διαβάζει το διήγημά του «Τα κεφάλια»
ΤΟ 1982 είχε κυκλοφορήσει από την Ελληνική Φωνογραφία και στη σειρά Ο Λόγος, μια κασέτα στην οποία ο μεγάλος Έλληνας πεζογράφος Γιώργος Ιωάννου διάβαζε πέντε διηγήματά του. Η παραγωγή και μουσική επιμέλεια ήταν της Ρηνιώς Παπανικόλα.Η τεχνική επιμέλεια της Πίτσας Eichheim.H ηχογράφηση είχε γίνει στο STUDIO ERA.Η σπάνια και προ πολλού εξαφανισμένη κασέτα, βρέθηκε στο αρχείο ενός φίλου της LIFO και το σπουδαίο αυτό ντοκουμέντο μπορεί να φτάσει σε μια νέα γενιά ακροατών.
-
58
Radio Plays - «Ο παράμεσος» της Yoko Ogawa
Η Ιαπωνίδα συγγραφέας Γιόκο Ογκάουα, στη νουβέλα Ο παράμεσος, μας μεταφέρει στην αίσθηση του παράξενου που διαπνέει έναν εντελώς διαφορετικό πνευματικό πολιτισμό. Στη σύγχρονη Ιαπωνία, μια νεαρή και μοναχική κοπέλα τραυματίζει τον παράμεσό της δουλεύοντας σε εργοστάσιο αναψυκτικών και βρίσκει νέα εργασία ως υπάλληλος σ’ ένα «εργαστήριο δειγμάτων». Στο παράξενο αυτό εργαστήριο, ο κύριος Ντεσιμάρου, «ταριχευτής αναμνήσεων», παραλαμβάνει τα δείγματα της ζωής που καταθέτουν εκεί οι πελάτες του και τα αρχειοθετεί, μαζί με τις οδυνηρές αναμνήσεις που πυροδοτούν. Ο άνθρωπος αυτός ασκεί μια παράξενη, ακαταμάχητη γοητεία στην υπάλληλό του και αναπτύσσει μαζί της μια έντονα σεξουαλική σχέση. Ο φετιχιστικός χαρακτήρας της σχέσης τους συμπυκνώνεται σ’ ένα ζευγάρι παπούτσια που της χαρίζει εκείνος τα οποία, σαν σύμβολα υποτελείας, έχουν την ιδιότητα να προσφύονται στα πόδια της. Στο τέλος, η αφηγήτρια θα αποφασίσει να παραδώσει τον παράμεσό της, θυσιαστήρια προσφορά σ’ αυτό το αλλόκοτο αποθετήριο ταριχευμένων αναμνήσεων.Διασκευή - Σκηνοθεσία: Έλενα ΚαρακούληΣύνθεση ήχου και μουσικής: Violet LouiseΒοηθός σκηνοθέτη: Ανθή ΦουντάΜε τους: Μαρία Καλλιμάνη, Νίκο Ψαρρά, Αντώνη Μυριαγκό, Αλεξάνδρα Λέρτα, Ανθή Φουντά Συμμετέχουν οι μουσικοί: Bασίλης Κουντούρης (μουσικός προγραμματισμός), Violet Louise (midi οργάνα, πιάνο, φωνή, ηχοτοπία), Κώστας Μπώκος (προμίξεις), Κώστας Μιχόπουλος (ηχητικά εφέ) Τα Radio Plays «Αλλόκοτες ιστορίες» παρουσιάζονται ως πρωτότυπη σειρά αυτοτελών έργων, δραματοποιημένων για το ραδιόφωνο, συνδυάζοντας το ραδιοφωνικό θέατρο με τη λογοτεχνία του φανταστικού, σε καλλιτεχνική επιμέλεια Διονύση Καψάλη και Κατερίνας Ευαγγελάτου. Μετάφραση για τις εκδόσεις Άγρα Παναγιώτης Ευαγγελίδης
-
57
Ο Γιώργος Ιωάννου διαβάζει το διήγημά του «Οι τσιρίδες»
Από την σπάνια ηχογράφηση του 1982 για την κασσέτα της εταιρείας Ο Λόγος, σε επιμέλεια Ρηνιώς Παπανικόλα
-
56
Radio Plays - «Δύο ηθοποιοί για ένα ρόλο» του Théophile Gautier
Στο διήγημα «Δύο ηθοποιοί για ένα ρόλο» του Θεόφιλου Γκωτιέ, μια ιστορία σε τρεις σκηνές, συναντούμε τον νεαρό Χάινριχ, ο οποίος έχει εγκαταλείψει μια λαμπρή πανεπιστημιακή καριέρα στη θεολογία χάριν της φλογερής φιλοδοξίας του να δοξαστεί ως ηθοποιός του θεάτρου, μιας φιλοδοξίας που τον έχει συνεπάρει τόσο ώστε να καθυστερήσει τον γάμο του με την πανέμορφη βιεννέζα αρραβωνιαστικιά του. Η αδόκητη έλευση του υπερφυσικού σκηνοθετείται εδώ στο πρόσωπο του ίδιου του Διαβόλου, τον οποίο ο πρωταγωνιστής συναντά πρώτα σ᾽ ένα καφενείο, και ο οποίος την επόμενη μέρα θα αντικαταστήσει διά της βίας τον νεαρό ηθοποιό για να θριαμβεύσει αυτοπροσώπως στον ρόλο του Μεφιστοφελή. Σκηνοθεσία Γιώργος Νανούρης Με τους Γιώργο Χρυσοστόμου, Αποστόλη Καμιτσάκη, Λένα Χερουβείμ, Βασίλη Τριχά, Αννίτα Καπουσίζη Μουσική σύνθεση Κώστας Βήχος Συμμετέχουν οι μουσικοί Κώστας Βήχος (μπάσο, πλήκτρα), Γιώργος Κουρέλης (πλήκτρα), Αλέκος Βουλγαράκης (κιθάρα) Βοηθός σκηνοθέτη Αννίτα ΚαπουσίζηΜετάφραση για τις εκδόσεις Άγρα Έφη Γιαννοπούλου Τα Radio Plays «Αλλόκοτες ιστορίες» παρουσιάζονται ως πρωτότυπη σειρά αυτοτελών έργων, δραματοποιημένων για το ραδιόφωνο, συνδυάζοντας το ραδιοφωνικό θέατρο με τη λογοτεχνία του φανταστικού, σε καλλιτεχνική επιμέλεια Διονύση Καψάλη και Κατερίνας Ευαγγελάτου.
-
55
Η Όλια Λαζαρίδου διαβάζει τρία ποιήματα της Sylvia Plath
Η σπουδαία Ελληνίδα ηθοποιός διαβάζει τα ποιήματα «Λαίδη Λάζαρος», «Φτελιά», «Κολοσσός», σε μετάφραση Νανάς Ησαΐα. Μουσική του Iannis Xenakis από το έργο του Pléiades (1979).
-
54
Radio Plays - «O Κυνηγός του σκοταδιού» του Howard Phillips Lovecraft
Στον «Κυνηγό του σκοταδιού», μια από τις κορυφαίες ιστορίες του Λάβκραφτ, του αρχιτεχνίτη του τρόμου, ο Ρόμπερτ Μπλαίηκ, εμβριθής μελετητής του αποκρυφισμού, ανακαλύπτει σε μια εγκαταλελειμμένη εκκλησία και μέσα σ’ ένα μεταλλικό κουτί ακανόνιστου σχήματος ένα παράξενο αντικείμενο, το «Λαμπερό Τραπεζόεδρο», στο οποίο ελλοχεύει μια αρχέγονη κακοεργός δύναμη. Ο Μπλαίηκ, παρόλο που ανασυστήνει τις ιστορίες φρίκης που συνδέονται με το αντικείμενο αυτό, υποκύπτει στη γοητεία του και ελευθερώνει άθελά του τον «Κυνηγό του σκοταδιού», προκαλώντας εντέλει και τον δικό του αφανισμό.Διασκευή - Σκηνοθεσία Ακύλλας ΚαραζήσηςΜε τους Μαρία Σκουλά, Κωνσταντίνο Αβαρικιώτη, Ηρώ-Ελένη Μπέζου, Γιώργο Κατσή, Μαριλένα Ρασιδάκη, Ράνια Καπετανάκη, Ζωή ΚαραζήσηΠρωτότυπη μουσική: Κορνήλιος ΣελαμσήςΣυμμετέχουν οι μουσικοί Κορνήλιος Σελαμσής (πιάνο), Σπύρος Τζέκος (κλαρινέτο), Φαίδων Μηλιάδης (βιολί), Θοδωρής Βαζάκας (κρουστά), Νίκος Τσουκαλάς (κοντραμπάσοΜετάφραση για τις εκδόσεις Νεφέλη Λουκάς Θεοδωρακόπουλος Τα Radio Plays «Αλλόκοτες ιστορίες» παρουσιάζονται ως πρωτότυπη σειρά αυτοτελών έργων, δραματοποιημένων για το ραδιόφωνο, συνδυάζοντας το ραδιοφωνικό θέατρο με τη λογοτεχνία του φανταστικού, σε καλλιτεχνική επιμέλεια Διονύση Καψάλη και Κατερίνας Ευαγγελάτου.
-
53
Σαρλ Μπωντλαίρ, «Η λήθη». Διαβάζει ο Βασίλης Παπαβασιλείου
Γραμμένο για την κρεολή ηθοποιό Ζαν Ντυβάλ, τη «Μαύρη Αφροδίτη», παντοτινή λατρεμένη. Ο Μπωντλαίρ τη γνώρισε στα είκοσί του και έμεινε μαζί της ώς το τέλος. Του χάρισε ίσως τα ωραιότερα ποιήματά του. ~ Η καταδίκη του ποιήματος από τη γαλλική Δικαιοσύνη της Δεύτερης Αυτοκρατορίας οφείλεται στην τελευταία στροφή. ~ Στην ελληνική μυθολογία, η Λήθη ήταν αδελφή του Ύπνου και του Θανάτου κι έδωσε το όνομά της στην πηγή του Άδη, από την οποία έπιναν νερό οι νεκροί για να λησμονούν το παρελθόν, την επίγεια ζωή. Στους Λατίνους ποιητές, ένας από τους πέντε ποταμούς του Κάτω Κόσμου. ~ Η λέξη νηπενθές (népenthès) είναι ομηρική («νηπενθές φάρμακον» Ὀδύσσεια, δ 221) και σημαίνει: που διώχνει το πένθος ή τη λύπη. Ο Μπωντλαίρ χαρακτήρισε «pharmakon népenthès» το όπιο (Les Paradis Artificiels, 1860, «Un Mangeur d’Opium», ΙΙΙ). ~ Τον ίδιο τίτλο έχει και ένα από ωραιότερα σονέτα του Λορέντζου Μαβίλη (1899), στο οποίο ο ποιητής καλοτυχίζει τους νεκρούς, γιατί έχουν πιει το νερό της λησμονιάς και δε θυμούνται τα βάσανα της επίγειας ζωής.
-
52
Σαρλ Μπωντλαίρ, «Ο κύκνος». Διαβάζει ο Βασίλης Παπαβασιλείου
«Το ωραιότερο ίσως ποίημα του Μπωντλαίρ για το βάθος του και τις συνδηλώσεις του», σημειώνει εμφατικά ο μελετητής και εκδότης του ποιητή Claude Pichois. ~ Το ποίημα, όπως και τα δύο επόμενα, είναι αφιερωμένα στο Βίκτωρα Ουγκώ, που ήταν εξόριστος για πολιτικούς λόγους στο νησί Guernesey, στη θάλασσα της Μάγχης∙ είχε αντιταχθεί σφοδρά στο απολυταρχικό πολίτευμα του Ναπολέοντα Γ´. Το κύριο θέμα του «Le Cygne» είναι η εξορία: ο εξόριστος ποιητής (αυτός που γράφει το ποίημα και αυτός στον οποίο το αφιερώνει), η εξόριστη Ανδρομάχη, ο εξόριστος κύκνος, η εξόριστη νέγρα. «Ο "Κύκνος" είναι το ποίημα της εξορίας και των εξόριστων» (Jean Starobinski, La Mélancolie au miroir, σ. 56). Ένας διαλογισμός για τους νικημένους, μέσα από μια ακολουθία εικόνων σε μυστικό συνδυασμό σαν σε όνειρο, που δίνουν στη σύνθεση βάθος νοήματος κι ευγένεια κλασική. Τον Δεκέμβρη του 1859 ο Μπωντλαίρ έστειλε το ποίημα στον Ουγκώ: «Αυτοί οι στίχοι γράφτηκαν για σας καθώς σας σκεφτόμουν. [...] Ήταν σημαντικό για μένα να πω με συντομία πώς η θέα ενός ζώου που υποφέρει ωθεί το πνεύμα προς όλα τα πλάσματα που αγαπάμε, που είναι απόντα, που υποφέρουν, που στερούνται κάτι ανεύρετο» (Correspondance, I, 1973, 622-623).Πρώτη δημοσίευση, στην εφημερίδα Causerie στις 22/1/1860 με την επιγραφή «Falsi Simoentis ad undam» / «Στην όχθη ενός ψεύτικου Σιμόη» (Αινειάδα, ΙΙΙ, 302), στίχος που αναφέρεται στην Ανδρομάχη. Ο Μπωντλαίρ μετέφρασε βιαστικά στον 4ο στίχο του «Κύκνου» το επίθετο «ψεύτικος» ως «ψεύτης». ~ Στο ποίημα του Μπωντλαίρ (1η και 10η στροφή), στοιχεία του μύθου της Ανδρομάχης όπως τον παραδίδει ο Βιργίλιος. Μετά την άλωση της Τροίας, η χήρα του Έκτορα αιχμαλωτίστηκε από τον Πύρρο (ή Νεοπτόλεμο), γιο του Αχιλλέα, που την έφερε στη Φθία ως ερωμένη του. Αιχμάλωτος μαζί της, και ο μάντης Έλενος, αδερφός του Έκτορα. Μετά τη δολοφονία του Νεοπτόλεμου από τον Ορέστη, ο Έλενος και η Ανδρομάχη έφυγαν στην Ήπειρο, γίναν σύζυγοι και βασιλείς του τόπου, κι έχτισαν ένα μικρό αντίγραφο της Τροίας, το Ίλιον. Η Ανδρομάχη σχημάτισε εκεί ένα ρυάκι, σε ανάμνηση του ποταμού Σιμόεντα, που κυλούσε στην πεδιάδα της χαμένης της πατρίδας. Στην Ήπειρο τη συναντά ο Αινείας να θρηνεί τον Έκτορα και τον Αστυάνακτα, το σφαγμένο της παιδί, σκυμμένη στο κενοτάφιο που είχε φτιάξει για τους αγαπημένους της νεκρούς.Οι στροφές 2-4, αφιερωμένες στην πόλη του Παρισιού. Εκεί που είναι σήμερα η τεράστια πλατεία του Carrousel (ανάμεσα στο Λούβρο και στους κήπους του Κεραμεικού) βρισκόταν μια ολόκληρη παλιά, λαβυρινθώδης γειτονιά με χαμόσπιτα, παράγκες, παλαιοπωλεία, εμπόρους πουλιών, η Douyenné, που κατεδαφίστηκε τα χρόνια 1849-1852 από το βαρόνο Ωσμάν (έριξε κάτω το 60% των παλαιών κτισμάτων του Παρισιού). Ο ομιλητής, διασχίζοντας τη νέα πλατεία, θυμάται τα παραπήγματα κι ένα θηριοτροφείο που βρισκόταν εκεί, καθώς κι έναν κύκνο που είχε δραπετεύσει.Οι στροφές 5-8, αφιερωμένες στον κύκνο. Τ' άσπρα φτερά του πουλιού κάτω στο χώμα, όπως τα σερνάμενα στο κατάστρωμα φτερά του αλμπατρός στο ομώνυμο ποίημα («L'Albatros»).Στην 7η στροφή, αναφορά στους στίχους Ι, 84-85 από τις Μεταμορφώσεις του Οβιδίου: [ο δημιουργός, ενώ τα ζώα έχουν το κεφάλι στραμμένο στη γη,] «στον άνθρωπο χαρίζει / να 'χει ψηλά το πρόσωπο, τον ουρανό να βλέπει / κι ορθή την όψη πρόσταξε να τη σηκώνει στ' άστρα» (μτφρ. Θεοδώρου Γιαννάτου). Στα Προσωπικά Ημερολόγια / Journaux intimes (Μύδροι / Fusées, III, 3), μεταφράζει ο Μπωντλαίρ: «Και το ανθρώπινο πρόσωπο, που ο Οβίδιος το πίστευε φτιαγμένο για να καθρεφτίζει τ' άστρα» (Œuvres complètes, I, 1975, 651).Στη 12η στροφή, αναφορά στο μύθο της ρωμαίας λύκαινας που θήλασε τα δίδυμα αδέρφια Ρώμο και Ρωμύλο, ιδρυτές της αιώνιας πόλης.
-
51
Γιώργος Σεφέρης, «Τρεις μέρες στα πετροκομμένα μοναστήρια της Καππαδοκίας». Διαβάζει ο Σταύρος Ζουμπουλάκης
Αναγνώσεις από «Το σπίτι της μνήμης». Με αφορμή τα 50 χρόνια από την απώλεια του ποιητή, το Μουσείο Μπενάκη προγραμμάτισε μια σειρά από εκδηλώσεις που πλαισιώνουν την έκθεση έργων ζωγραφικής της Λήδας Κοντογιαννοπούλου με τίτλο «Το σπίτι της μνήμης» στην Πινακοθήκη Γκίκα.
-
50
Γιώργος Σεφέρης, «Μονόλογος πάνω στην ποίηση». Διαβάζει ο Παύλος Καλλιγάς
Αναγνώσεις από «Το σπίτι της μνήμης». Με αφορμή τα 50 χρόνια από την απώλεια του ποιητή, το Μουσείο Μπενάκη προγραμμάτισε μια σειρά από εκδηλώσεις που πλαισιώνουν την έκθεση έργων ζωγραφικής της Λήδας Κοντογιαννοπούλου με τίτλο «Το σπίτι της μνήμης» στην Πινακοθήκη Γκίκα.
-
49
Γιώργος Σεφέρης / Δοκιμές, Ανάγνωση της Δοκιμής «Άγγελος Σικελιανός». Αναγνώστης ο Νίκος Α. Παναγιωτόπουλος
Αναγνώσεις από «Το σπίτι της μνήμης». Με αφορμή τα 50 χρόνια από την απώλεια του ποιητή, το Μουσείο Μπενάκη προγραμμάτισε μια σειρά από εκδηλώσεις που πλαισιώνουν την έκθεση έργων ζωγραφικής της Λήδας Κοντογιαννοπούλου με τίτλο «Το σπίτι της μνήμης» στην Πινακοθήκη Γκίκα.
-
48
Γιώργος Σεφέρης, «Ημερολόγιο Καταστρώματος, Β». Διαβάζει ο Χρήστος Παπάζογλου
Αναγνώσεις από «Το σπίτι της μνήμης». Με αφορμή τα 50 χρόνια από την απώλεια του ποιητή, το Μουσείο Μπενάκη προγραμμάτισε μια σειρά από εκδηλώσεις που πλαισιώνουν την έκθεση έργων ζωγραφικής της Λήδας Κοντογιαννοπούλου με τίτλο «Το σπίτι της μνήμης» στην Πινακοθήκη Γκίκα.
-
47
Γιώργος Σεφέρης, «Τρία κρυφά ποιήματα». Διαβάζει ο Διονύσης Καψάλης
Αναγνώσεις από «Το σπίτι της μνήμης». Με αφορμή τα 50 χρόνια από την απώλεια του ποιητή, το Μουσείο Μπενάκη προγραμμάτισε μια σειρά από εκδηλώσεις που πλαισιώνουν την έκθεση έργων ζωγραφικής της Λήδας Κοντογιαννοπούλου με τίτλο «Το σπίτι της μνήμης» στην Πινακοθήκη Γκίκα.
-
46
Η Ζυράννα Ζατέλη διαβάζει το διήγημά της «Ιστορίες με παράξενα δάχτυλα»
Η μεγάλη Ελληνίδα συγγραφέας διαβάζει από τη συλλογή διηγημάτων της «Στην ερημιά με χάρι». Ηχογράφηση του 2010. Με την ευγενική παραχώρηση του περιοδικού Οδός Πανός.
We're indexing this podcast's transcripts for the first time — this can take a minute or two. We'll show results as soon as they're ready.
No matches for "" in this podcast's transcripts.
No topics indexed yet for this podcast.
Loading reviews...
Loading similar podcasts...